Αντιθέσεις Ι


Είμαστε η μέρα, μάτια μου.
Και η νύχτα.
Είμαστε ποιήματα, συναισθήματα.
Λέξεις που γεννούν συνθήματα.
Είμαστε άσματα.
Κύκνεια.
Όταν σκοτεινιάζει είμαστε η ζωή.
Τη μέρα είμαστε ο θάνατος.
Τη νύχτα κυνηγάμε την αγάπη.
Απ άλλες οδούς.
Νομίζουμε πως είμαστε δυνατοί.
Πως στα σκοτάδια θα ανακαλύψουμε το φως.
Είμαστε;
Και τη μέρα;
Ο ήλιος μας τρομάζει.
Μας φυλακίζει.
Μας πάει πίσω.
Αλλού.
Πουθενά.

Μα η νύχτα.
Η νύχτα σου χε χαρίσει κάτι μαύρους μαρκαδόρους.
Για να εξαπατάσαι.
Για να ζεις και το πρωί.
Για να μαυρίζεις τη μέρα.


Βαψτη μαύρη τη μέρα μάτια μου.
Κι ας σου κρατά μούτρα ο ήλιος.
Και ας μη μας ξαναμιλήσει κι ο θεός.

Βαψτη μαύρη τη μέρα μάτια μου.
Κι ας μας μισήσουν τα λουλούδια.
Κι ας γελάει μαζί μας το φεγγάρι.

Βαψτη μαύρη τη μέρα μάτια μου.
Τι να πρωτοφωτίσει το φως του ήλιου;
Τα ψέματα;
Τα λάθη;

Σβήστο το φως της μέρας.
Το φως του σκοταδιού κράτα.
Ίσως φωτίσει και τα πάθη.


Γεωργοκίτσου Σπυριδούλα


Μη φοβού


Σε φωνάζουν τα τραγούδια,
τα λευκά χαρτιά,
μια μαύρη ψυχή,
ένα πιόνι σε φωνάζει.
Μα δεν ακούς.
Σε τρομάζουν οι φωνές,
μα μένα με τρομάζουν οι σιωπές.
Σε τρομάζω γω,
μα μένα με τρομάζεις εσύ.
Σε φωνάζει ένα βλέμμα,
που σαν μικρού παιδιού
σε καρτερεί.
Του πες θα ρθεις.
Μα δεν ήρθες.
Σου χα πει πως φοβόμουν.
Φοβόμουν,
μη δεν ξανάρθεις.
Είσαι ο φόβος μου.
Με κάνεις να φοβάμαι κι εμένα.
Φοβάμαι.
Να το ξέρεις.
Έλα.

Γεωργοκίτσου Σπυριδούλα


Τα τέσσερα γράμματα


Τα μεσάνυχτα ερχόταν η νύχτα να μας σκεπάσει.
Η Απουσία σου πετούσε τα σεντόνια στο πάτωμα.
Πιο ταραχώδης απ την παρουσία σου.
Αλλά πιστή.
Στεκόταν δίπλα μου και μου ψέλλιζε τέσσερα γράμματα.
Πόσο βαριά όταν τα ένωνε;
«Λάθη!», φώναζε.

Έτρεμα.
Η νύχτα ερχόταν να με καλμάρει.
«Πάθη!», μου λεγε ότι φώναζε.
Με σκέπαζε με το σεντόνι,
Με ψέματα.
Έτσι κάλμαρα.
Έτσι συνέχιζα.
Έτσι ζούσα.
Κουβαλώντας τέσσερα σκουριασμένα,
τέσσερα ψεύτικα γράμματα.

Γεωργοκίτσου Σπυριδούλα


άλφα αρνητικό


Να με λες δύναμη,
που στέκω πλάι σου
σαν τον καπνό κακοσβησμένου αποτσίγαρου.
Σαν άρωμα βαρύ που εξατμίζεται.
Άνεμος νοτιάς που θέλει να σε πάρει μαζί του είμαι.
Σκιά που πλανάται εμπρός σου.
Θες να φύγεις,
μα τα μάτια σου
φωνάζουν μείνε.
Ουρλιάζουν σαν μικρό παιδί
κάθε που βλέπουν κείνη την σκιά.
Μη το αρνηθείς.
Μου ψελλίζουν την αλήθεια.
Κείνη που δεν τολμάς εσύ.
Μη το αρνηθείς.
Να την προσεχείς κείνη την μαύρη σκιά.
Πίσω απ τους καπνούς λικνίζεται σιωπηλά.
Εκεί θα ναι.
Κι όταν δεν είναι.
Εκεί είναι.
Να ψάξεις.
Σε σκέφτεται.
Σε βλέπει.
Ψάξε.

Γεωργοκίτσου Σπυριδούλα


Η μαύρη σκιά.


Φθείρεται κείνη η μαύρη σκιά.
Την κατέστρεψες.

Περιμένει τα μεσάνυχτα.
Κάνει βόλτες στις άδειες πλατείες.
Σε ξένους μιλά που σου μοιάζουν.
Φωνάζει "λείπεις",
μα μιλά σε γκρίζες πλάτες.
Φωνάζει "έλα",
κι ορφανές κραύγες χρωματίζουν την βασανισμένη της ατμόσφαιρα.
Φωνάζει "σε σκέφτομαι",
και μπροστά της οι αναμνήσεις πιάνουν απ το χέρι τις υποσχέσεις και στήνουν χορό.
Ξεθωριάζει.
Βυθίζεται στην ποδοπατημένη άσφαλτο.

Σήκωσέ τη.
Κανενός άλλου το χέρι δεν πιάνει.
Σήκωσέ τη.
Άγγιξέ τη.
Δωσ της μορφή.
Βαλ της λίγη ψυχή.
Άγγιξέ τη.
Ξεθωριάζει.
Φταις.
Φταίει.
Φθείρεται.

Ακούς;

Γεωργοκίτσου Σπυριδούλα


Οι λέξεις.


Είναι σπουδαίες οι λέξεις.
Μη τις σκορπάς.
Είναι μοιραίες γυναίκες,
μαυροφορεμένες,
με απαλά λικνίσματα στο άκουσμα τις βροχής.
Είναι έρωτες κρυφοί
στα μάτια δειλών αντρών.
Είναι ματιές ερωτευμένων
μέσα στο πλήθος.

Να τις προσέχεις τις λέξεις.
Είναι ορφανά μωρά που μεγαλώνουν
σε ιδρωμένους τοίχους ιδρυμάτων.
Είναι παιδικά βίαια τραυματισμένα μάτια.

Να τις προσεχείς τις λέξεις.
Είναι δυνατές κραυγές
μέσα στις νύχτες.
Είναι ουρλιαχτά,
φίλοι των αστεριών
και των ανέμων.
Είναι ουρλιαχτά.
Δικά μου.
Να ρθεις.
Τα ακούς;

Γεωργοκίτσου Σπυριδούλα


Ο ήλιος του απογεύματος-K.Π. Kαβάφης


Την κάμαρην αυτή, πόσο καλά την ξέρω.
Τώρα νοικιάζονται κι αυτή κ’ η πλαγινή
για εμπορικά γραφεία. Όλο το σπίτι έγινε
γραφεία μεσιτών, κ’ εμπόρων, κ’ Εταιρείες.

A η κάμαρη αυτή, τι γνώριμη που είναι.

Κοντά στην πόρτα εδώ ήταν ο καναπές,
κ’ εμπρός του ένα τουρκικό χαλί·
σιμά το ράφι με δυο βάζα κίτρινα.
Δεξιά· όχι, αντικρύ, ένα ντολάπι με καθρέπτη.
Στη μέση το τραπέζι όπου έγραφε·
κ’ η τρεις μεγάλες ψάθινες καρέγλες.
Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι
που αγαπηθήκαμε τόσες φορές.

Θα βρίσκονται ακόμη τα καϋμένα πουθενά.

Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι·
ο ήλιος του απογεύματος τώφθανε ώς τα μισά.

...Aπόγευμα η ώρα τέσσερες, είχαμε χωρισθεί
για μια εβδομάδα μόνο ... Aλλοίμονον,
η εβδομάς εκείνη έγινε παντοτινή.