Χρόνος.


Χρόνος ενεστώτας.
Ζω.
Υπάρχω.
Χρόνος αόριστος.
Ο χρόνος σου.
Γενικός.
Παρελθοντικός.
Ανυπόστατος.
Με μια τρεμάμενη διάρκεια.
Με μια εφηβική ανησυχία.
Χρόνος μέλλον.
Χρόνος άχρονος.
Χρόνος υποσχόμενος.
Χρόνος ζωής.
Στιγμιαίος.
Εξακολουθητικός.
Συντελεσμένος.
Τετελεσμένος.
Θα αγαπήσω.
Θα αγαπώ.
Θα έχω αγαπήσει.
Ο χρόνος του θα.
Ο χρόνος του αν.
Του αβέβαιου.
Χρόνος που δεν πάει στον έρωτα.
Στην αγάπη.
Χρόνος δολοφόνος.
Εχθρός του ενεστώτα.
Χρόνος που δεν μας πήγαινε.
Χρόνος σκουριασμένος.
Χρόνος φέρτης,
γδάρτης.
Χρόνος που ταιριάζει στα λουλούδια
και στα μωρά.
Στους δείκτες του ρολογιού
και στους μάντες.
Χρόνος παγίδα,
Ελπίδα.

Ο χρόνος μας;
Έχουμε χρόνο;
Τι είναι χρόνος;
Είναι το χθες;
Το τώρα;
Το αύριο;
Όλα μαζί;
Έχουμε χρόνο;
Είχαμε χρόνο.
Θα έχουμε χρόνο;

Χρόνος παρατατικός.
Παραστατικός.
Στατικός.
Δωτικός.
Παραισθησιακός.

Ο χρόνος μας.


22.2.14

Γεωργοκίτσου Σπυριδούλα


Το λάμδα.




Τη λύπη να χεις το θάρρος να τη ντύνεις με μενεξεδιά.
Γυναίκα είναι,
Κουρασμένη απ τη ζωή που της ήρθε.
Να την αφήνεις να βγαίνει,
Να πίνει,
Να νιώθει μοιραία.
Ας τη να εξαπατάται.
Μην αντιδράς.
Απ τις αντιδράσεις έγιν έτσι.
Τη λύπη να χεις το θάρρος να τη δεις να υψώνεται μπροστά σου με μενεξεδιά.

Τι λύπη!

Γεωργοκίτσου Σπυριδούλα


Νεκρός Αύγουστος

Σε γδυνε το αυγουστιάτικο φεγγάρι μάτια μου.
Το φως του χορεύοντας ξεσκέπαζε κάθε σου βλέμμα.
Γυμνό σε φερνε μπροστά μου.
Μια λευκή ψυχή έτοιμη για εκμετάλλευση.
Εχθρός μας το ξημέρωμα.
Μας γείωνε.
Τα χάναμε όλα.
Όσα χτίζαμε τις νύχτες,
Όσα έγραφα δειλά στην λευκή σου ψυχή.
Όσα το φεγγάρι μας έπειθε να νιώσουμε,
Όσα η θάλασσα φώναζε κι έλεγε πως μας πήγαινε το *εμείς*,
Όσα το κόκκινο κρασί μας έταζε,
Όσα ο μαύρος ουρανός μας υποσχόταν,
Όσα η μισή φωτεινή μου ύπαρξη ονειρευόταν.
Τα πάντα.
Όλα.
Όλα όσα μας επέτρεπαν να ζούμε.
Πεθάναμε.
Ήμασταν ήδη νεκροί.
Ποιος είναι ζωντανός όταν ζει μόνο τη νύχτα;
Ήμασταν ήδη νεκροί μάτια μου.
Έκανα τόσα να μας αναστήσω.
Μα τον αγάπησες τον θάνατο.
Τον λάτρεψες τον δικό μας θάνατο.
Τον έφερες.

Γεωργοκίτσου Σπυριδούλα


Αντιθέσεις Ι


Είμαστε η μέρα, μάτια μου.
Και η νύχτα.
Είμαστε ποιήματα, συναισθήματα.
Λέξεις που γεννούν συνθήματα.
Είμαστε άσματα.
Κύκνεια.
Όταν σκοτεινιάζει είμαστε η ζωή.
Τη μέρα είμαστε ο θάνατος.
Τη νύχτα κυνηγάμε την αγάπη.
Απ άλλες οδούς.
Νομίζουμε πως είμαστε δυνατοί.
Πως στα σκοτάδια θα ανακαλύψουμε το φως.
Είμαστε;
Και τη μέρα;
Ο ήλιος μας τρομάζει.
Μας φυλακίζει.
Μας πάει πίσω.
Αλλού.
Πουθενά.

Μα η νύχτα.
Η νύχτα σου χε χαρίσει κάτι μαύρους μαρκαδόρους.
Για να εξαπατάσαι.
Για να ζεις και το πρωί.
Για να μαυρίζεις τη μέρα.


Βαψτη μαύρη τη μέρα μάτια μου.
Κι ας σου κρατά μούτρα ο ήλιος.
Και ας μη μας ξαναμιλήσει κι ο θεός.

Βαψτη μαύρη τη μέρα μάτια μου.
Κι ας μας μισήσουν τα λουλούδια.
Κι ας γελάει μαζί μας το φεγγάρι.

Βαψτη μαύρη τη μέρα μάτια μου.
Τι να πρωτοφωτίσει το φως του ήλιου;
Τα ψέματα;
Τα λάθη;

Σβήστο το φως της μέρας.
Το φως του σκοταδιού κράτα.
Ίσως φωτίσει και τα πάθη.


Γεωργοκίτσου Σπυριδούλα


Μη φοβού


Σε φωνάζουν τα τραγούδια,
τα λευκά χαρτιά,
μια μαύρη ψυχή,
ένα πιόνι σε φωνάζει.
Μα δεν ακούς.
Σε τρομάζουν οι φωνές,
μα μένα με τρομάζουν οι σιωπές.
Σε τρομάζω γω,
μα μένα με τρομάζεις εσύ.
Σε φωνάζει ένα βλέμμα,
που σαν μικρού παιδιού
σε καρτερεί.
Του πες θα ρθεις.
Μα δεν ήρθες.
Σου χα πει πως φοβόμουν.
Φοβόμουν,
μη δεν ξανάρθεις.
Είσαι ο φόβος μου.
Με κάνεις να φοβάμαι κι εμένα.
Φοβάμαι.
Να το ξέρεις.
Έλα.

Γεωργοκίτσου Σπυριδούλα


Τα τέσσερα γράμματα


Τα μεσάνυχτα ερχόταν η νύχτα να μας σκεπάσει.
Η Απουσία σου πετούσε τα σεντόνια στο πάτωμα.
Πιο ταραχώδης απ την παρουσία σου.
Αλλά πιστή.
Στεκόταν δίπλα μου και μου ψέλλιζε τέσσερα γράμματα.
Πόσο βαριά όταν τα ένωνε;
«Λάθη!», φώναζε.

Έτρεμα.
Η νύχτα ερχόταν να με καλμάρει.
«Πάθη!», μου λεγε ότι φώναζε.
Με σκέπαζε με το σεντόνι,
Με ψέματα.
Έτσι κάλμαρα.
Έτσι συνέχιζα.
Έτσι ζούσα.
Κουβαλώντας τέσσερα σκουριασμένα,
τέσσερα ψεύτικα γράμματα.

Γεωργοκίτσου Σπυριδούλα


άλφα αρνητικό


Να με λες δύναμη,
που στέκω πλάι σου
σαν τον καπνό κακοσβησμένου αποτσίγαρου.
Σαν άρωμα βαρύ που εξατμίζεται.
Άνεμος νοτιάς που θέλει να σε πάρει μαζί του είμαι.
Σκιά που πλανάται εμπρός σου.
Θες να φύγεις,
μα τα μάτια σου
φωνάζουν μείνε.
Ουρλιάζουν σαν μικρό παιδί
κάθε που βλέπουν κείνη την σκιά.
Μη το αρνηθείς.
Μου ψελλίζουν την αλήθεια.
Κείνη που δεν τολμάς εσύ.
Μη το αρνηθείς.
Να την προσεχείς κείνη την μαύρη σκιά.
Πίσω απ τους καπνούς λικνίζεται σιωπηλά.
Εκεί θα ναι.
Κι όταν δεν είναι.
Εκεί είναι.
Να ψάξεις.
Σε σκέφτεται.
Σε βλέπει.
Ψάξε.

Γεωργοκίτσου Σπυριδούλα