Συναισθησία




Έμπλεξα δύο αισθήσεις μου εχθές.
Την όραση με την ύπαρξη.

Πως δεν είναι αίσθηση η ύπαρξη;
Είναι η μόνη που νιώθω.
Η μόνη που βλέπω.

Και οι άλλοι την βλέπουν.
Άρα υπάρχει.

Έμπλεξα δύο αισθήσεις μου εχθές.
Εκείνες τις δύο που μου είχαν απομείνει.
Που δεν είχαν σβηστεί.
Που μέσα στην όλη μου ανυπαρξία,
έσκαψα και τις βρήκα.

Μου λέγαν,
"Δες ,υπάρχεις."

Και τότε μόνο υπήρχα.

Άγγιζα τις φθαρμένες χορδές μου
και τις γρατζουνούσα
να βγάλουν γλυκούς ήχους.

Και βγάζαν μουγκρητά
υπερφυσικά
κι ανοιξιάτικα.
Της έλλειψης
και 
της απουσίας.

Μου λεγαν,
"Δες, υπάρχεις."

Και ούτε που υπήρχα.

Ίσως φταίνε τα φεγγάρια


Απόψε θα ρίξω τις ευθύνες μου στα φεγγάρια. Στα αστέρια και στους ουρανούς. Η ιστορία έχει δείξει πως εκείνοι μπορούν να τα σηκώσουν όλα. 

Φωτίζει απόψε τόσο η νύχτα που δεν αντέχω να βλέπω τις βρώμικες ψυχές μας να λερώνουν κι άλλα πατώματα, κι άλλες ζωές, κι άλλους μέλλοντες. 

Λερώσαμε τόσους παρατατικούς, δε σου αρκεί; 

Τίποτα δεν σου αρκούσε. Και απόψε θα χαρίσω τις ευθύνες μου αλλού. 

Εγώ δεν τις ξαναγγίζω, όπως δεν θα ξαναγγίξω κι εσένα. 

Εσύ αγνοείς την ύπαρξή τους. 

Θα τις μοιράσω στους αιθέρες. Σε πρώτο ενικό. Σε ευθύ λόγο. Ευθύ και δηλωτικό. Μ ακούς; Έχει κι αεράκι απόψε. Θα φτάσουν γρήγορα. Τις έχω συστημένες. Τις πλήρωσα. Διπλά και τριπλά. 

Θα γυρίσω πίσω. 

Θα τρέξω, να σωθώ και να απεγκλωβιστώ. 

Να ελευθερωθώ και να αγαπηθώ. 

Να με αγαπήσω απ’την αρχή και να τα ξαναχτίσω όλα. 

Να μάθω καινούριες λέξεις. Όπως το φύγε, το προχώρα, το τέλος. 

Απόψε θα ρίξω τις ευθύνες μου στα φεγγάρια. Δε μιλούν, δεν παραπονιούνται. Τα νιώθουν και τα καταπίνουν. Τα σβήνουν και προχωρούν. 

Απόψε θα φροντίσω να τους κάνω δάσκαλούς μου, να γονατίσω εμπρός τους και να τα ρουφήξω όλα. 

Να μάθω να καταπίνω άδολα παρελθόντα. 

Να ξυπνήσω, να λείπουν και να μάθω μόνη μου να τα σηκώνω όλα. 

Μόνη μου.




Θέλω τη μέρα που θα φύγεις.


Θέλω εκείνη τη μέρα, γιατί μέρα θέλω να ναι, μη φύγεις νύχτα. Τη νύχτα την έχω συνδέσει με τις ευχάριστες στιγμές μας. Μέρα να διαλέξεις να φύγεις. Θέλω να με έχεις κουράσει τη νύχτα, να κοιμάμαι ακόμη, να μη σε δω.

Να μη κάνεις θόρυβο. Σε παρακαλώ. Θόρυβο άσε να κάνει μόνο η απουσία σου ή όλα αυτά που σπάνε μέσα μου κατά καιρούς. Εσύ φύγε αθόρυβα. Στις μύτες, μη με ξυπνήσεις.

Δεν είναι όμορφοι οι άνθρωποι όταν φεύγουν. Σε κάποιους δεν πάει το φευγιό, κι άλλοι γεννήθηκαν γι αυτό. Εσύ γεννήθηκες για να φεύγεις.

Ίσως και να είμαι εγώ το λάθος. Ίσως εγώ γεννήθηκα για να μου φεύγουν. Ξέφευγα και μου ξέφευγαν. Άδικο.

Να μη ξεχνιόμαστε. Αν είναι να φύγεις μη μου αφήσεις σημειώματα, λουλούδια και συγγνώμες. Δεν σώζουν καταστάσεις αυτά. Ούτε ζωντανή θα με κρατήσουν. Και να ξέρεις, θα τα πετάξω. Δε θα αφήσω τίποτα να σε θυμίζει. Από αντίδραση. Αφού δε με θες, δε θα σε θέλω. Αφού θες να φύγεις, θα σου ανοίξω την πόρτα.

Σκυλιά δεν έχω να τα δέσω. Θα δέσω εμένα σαν σε κρεβάτι ιατρείου, χειροπόδαρα. Την ψυχή μου θα δέσω με λευκά σεντόνια και θα σε αφήσω να πάρεις το δρόμο σου.

Δε θα αντιδράσω. Δε θα φωνάξω, ούτε θα κλάψω. Δε θα γίνω μελό, δεν μου πάει. Δεν μου πήγαινε ποτέ και όποτε γινόμουν για πλάκα γελούσες. Θυμάσαι που γελούσες; Κι όποτε μούτρωνα και αναστέναζα έκανες γραμμούλες με τα δάχτυλά σου στη μέση μου, ανατρίχιαζα και γελούσα. Θυμάσαι που δε με άφηνες να κλαίω;

Αν τυχόν ξυπνήσω και σε δω να φεύγεις, θέλω να γελάς.

Μη τυχόν και φύγεις κοιτώντας κάτω. Σαν κλέφτης. Αν με αφήνεις να σου ζητήσω μια χάρη, θα είναι αυτή, να φύγεις με αξιοπρέπεια.

Μη με διαψεύσεις. Μη με κάνεις να νιώσω πως έκανα λάθος.

Φύγε γελαστός. Άσε με μένα γελασμένη.

Φύγε σα να θες να βγεις να μου πάρεις  ένα δώρο και να γυρίσεις. Πες το μου κιόλας. Να χω μια προσμονή. Μη με αφήσεις πίσω θλιμμένη. Ούτε η θλίψη μου πήγαινε, θυμάσαι;

Πες μου «Έρχομαι σε λίγο» και φύγε. Άσε με να περιμένω, να σκαρώνω στίχους και να γράφω ποιήματα. Άσε μου λίγη έμπνευση, μα στεναχώρια όχι.

Μη πάρεις πράγματα μαζί σου. Να έρχεσαι να τα παίρνεις λίγα λίγα. Εγώ θα στα καθαρίσω, θα στα σιδερώσω και θα σε περιμένω να τα παίρνεις. Να παίρνεις μαζί και τα τελευταία μου κομμάτια.

Γελαστή θα μαι μπροστά σου. Θα τυλίξω το παρελθόν μας με ένα πολύχρωμο αλουμινόχαρτο και ημερομηνία λήξης το παρόν. Σα σοκολατάκι γλυκό και σπάνιο. Κι έπειτα θα το πετάξω στη φωτιά.

Έλα να μπλέξουμε τα χέρια και τα σώματα μας πριν φύγεις. Ας μη μπλέξουμε με λέξεις και βλέμματα. Έλα να παίξουμε με τις ανάσες μας. Να τις συγχρονίζουμε άρρυθμα και να τις μπερδεύουμε. Να παίξουμε με τα σώματα μας, να δοκιμάσουμε καινούρια αγγίγματα και να επαναλάβουμε όσα αγαπούσαμε.

Πριν φύγεις κάνε στα σώματα μας όσες χάρες σου ζητήσουν. Δες τα σα μικρά παιδιά και χάρισέ τους όσα αντέχεις.

Σημάδεψέ με να σε έχω δυο μέρες ακόμη πάνω μου. Μέσα μου με χεις ήδη σημαδέψει.

Μέσα μου έχουνε ματώσει όλα και τα αίματα τα σιχαινόσουν. Θυμάσαι;

Ας το.

Θυμάμαι εγώ.

Εσύ απλώς γέλα μου.




Το αντράκι του μπαμπά


Η Μελίνα για τον μπαμπά μας ήταν κάτι το ξεχωριστό. Μικρότερος πίστευα πως την αγαπούσε περισσότερο από όλους κι από όλα. Πίστευα πως η μαμά νευρίαζε γιατί ο μπαμπάς έδινε όλη του την αγάπη στην Μελίνα. 

Δεν μιλάμε για αυτήν την αγάπη που σου έρχεται πρώτα πρώτα στο μυαλό. Δεν την είχε πριγκίπισσα, ούτε την καλομάθαινε. Τη Μελίνα ο μπαμπάς ήθελε να την κάνει αντράκι. Όχι, μηv το παρεξηγήσεις. Κούκλες της έπαιρνε και το δωμάτιο ροζ της το είχε βάψει. Άλλο αυτό. 

Ήταν το κορίτσι του. Δεν την έλεγε πριγκίπισσα. Ξερνούσε ο μπαμπάς με αυτά. Δεν τα έτρωγε τα παραμύθια. Στο κορίτσι του όμως έκανε το χατίρι και της διάβαζε. Εγώ δε θυμάμαι, αγέννητος ήμουν, αλλά το μαρτυρά η βιβλιοθήκη μας και το κεφάλι της Μελίνας που είναι γεμάτο σκόρπιους στίχους και εικόνες από παραμύθια. 

Ήταν η Μελίνα, το Μελινάκι, το Μελώνι όπως την φώναζε όταν ήταν στις καλές του, όταν δεν τους άκουγε κανείς. 

Μεγάλωναν μαζί, άλλωστε έχουμε μικρό μπαμπά, και μάθανε τη ζωή χέρι χέρι. Λέρωνε σαλοπέτες η Μελίνα, γινόταν χάλια στο πρόσωπο με παγωτό, βόλταρε με τη μηχανή του μπαμπά, έσκιζε γόνατα, έπεφτε και σηκωνόταν. Αυτό έβγαινε αυθόρμητα από μέσα της από όταν έμαθε να περπατάει, μέχρι και τώρα. 

Δεν ήταν αγοροκόριτσο. Ήταν πιο κοκέτα και από τη μαμά. 

Μετά γεννήθηκα εγώ. Και μοίρασε ο μπαμπάς την αγάπη. Αλλά όλη του την προσοχή την είχε ακόμη πάνω της. Δεν το λέω με παράπονο, δεν ζήλεψα ούτε λίγο, τη Μελίνα αν τη γνωρίσεις, θα δεις πως λίγο δε γίνεται να την αγαπήσει κανείς. 

Θυμάμαι που μου έλεγε «Μικρέ, τον μπαμπά μη τον φωνάξεις ποτέ πατέρα εντάξει; Στεναχωριέται. Το βλέπει απρόσωπο. Νομίζει πως τον κοροϊδεύουμε ή ότι τον αγαπάμε λιγότερο. Και τον μπαμπά δεν πρέπει να τον στεναχωρήσουμε ποτέ, ακούς;» 

Αν και δεν καταλάβαινα τι εννοούσε, την άκουγα πιστά. Είχε αυτήν τη δύναμη ό,τι και να λέει να το κάνει να φαίνεται πειστικό και σοβαρό. Ο μπαμπάς της το είχε μάθει κι αυτό. 

Όταν η Μελίνα μπήκε στην εφηβεία, ήταν σα να έμπαινε και ο μπαμπάς μαζί της. Ζούσαν όλα τα άγχη μαζί. Από τις εξετάσεις μέχρι και τα ρούχα που θα φορέσει. Μια φορά που είχε γυρίσει στις τρεις από ένα πάρτυ, θυμάμαι, σηκώθηκα να πιω νερό και ο μπαμπάς ήταν ξύπνιος. Ανησυχούσε για το Μελώνι. Δεν της το έδειχνε. Εκείνη όταν γυρνούσε ούτε γάτα ούτε ζημιά. Έριχνε και ένα ροχαλητό ο μπαμπάς μας και έκανε τον αδιάφορο. 

Ο μπαμπάς ήξερε. Ήξερε πως όταν ήταν νευριασμένη δεν ήθελε να της μιλάς, πως αν της έδινες λίγες πατάτες τηγανιτές τα ξέχναγε για λίγο όλα. Ο μπαμπάς ούτε τον εαυτό του δεν ήξερε τόσο καλά. 

Όταν τελείωσε το σχολείο και η Μελίνα ερωτεύτηκε και πόνεσε, ο μπαμπάς πονούσε διπλά. Όχι που έκαναν την «πριγκίπισσα» του να κλαίει, αλλά που δεν την είχε κάνει ακόμη, όσο αντράκι ήθελε. Της έλεγε πάντα, και το θυμάμαι γιατί με φώναζε και μένα να το ακούσω, «Κανένα δε θα παρακαλάς. Αν δεν σε θέλει, φύγε.» 

Σε κάθε της χωρισμό, ο μπαμπάς άναβε πρώτος τσιγάρο. Δεν του είχε πει ποτέ λεπτομέρειες το Μελώνι του κι εκείνος τα ήξερε όλα. Πάντα φοβόμουν ότι θα ξέρει τα πάντα και για μένα και φρόντιζα να είμαι προσεκτικός. 

Για εκείνη, ο μπαμπάς ήταν ένας μικρός θεός. Ήθελε να τον κάνει περήφανο να του ανταποδίδει όσα της πρόσφερε. Δεν μου τα είχε πει αυτά, τα είδα γραμμένα στην κάρτα των γενεθλίων του. Μιλούσαν με γράμματα και κάρτες. Έχει κι ένα κρυμμένο κουτί ο μπαμπάς. 

Η Μελίνα δεν έχει μεγαλώσει ακόμη, εξελίσσεται, όπως λένε μεταξύ τους για πλάκα. Γνωρίζουν τον κόσμο και γίνονται όλο και πιο αντράκια, μπροστά στα αντράκια που συναντούν εκεί έξω. Μόνοι τους κλαίνε -ναι κλαίει κι ο μπαμπάς-, μόνοι τους ξανασηκώνονται και βγαίνουν έξω να τους αντιμετωπίσουν. 

Άμα κάποτε γίνω μπαμπάς, μπαμπάς γιατί πατέρας δεν θέλω να γίνω, θέλω να μοιάσω σε εκείνον. Να κλείνω την πόρτα του σπιτιού μου και να είμαι μικρός δάσκαλος. 

Θέλω να έχω δικές μου Μελίνες να μου χαμογελούν.  

Θα τους φέρνω πατάτες τηγανιτές και θα κοιμάμαι μέχρι τα ξημερώματα στις πολυθρόνες. Θα τους βάφω τους τοίχους ροζ για καμουφλάζ, μα μέσα μου θα ξέρω πως τις έχω κάνει αντράκια. 

Στον Αντώνη.


Να με διεκδικείς


«Θέλω να με διεκδικείς. Θέλω κάθε μέρα που περνάει να με κατακτάς. 

Να βάλεις στοίχημα με τον εαυτό σου να είσαι όπως στις αρχές, όπως τις πρώτες μας μέρες. 

Δεν είναι εγωιστικό. Είναι ανάγκη, επιβεβαίωση, είναι ο μόνος τρόπος να επιβιώσουμε. Ο μόνος τρόπος να αντέξω. 

Θέλω να ανυπομονείς να με δεις, να αργώ και να φωνάζεις. Να μη σου αρέσει το λίγο-λίγο μου, να θες πολύ-πολύ. Να νευριάζεις με το σιγά-σιγά μου και να το θες γρήγορα. Να σε αγχώνει ο χρόνος που περνάει και να θες να γεμίζουμε κάθε δευτερόλεπτο. 

Θέλω να με θες κι εγώ θα σε θέλω δυο φορές. 

Κάθε μέρα θέλω να γνωριζόμαστε απ την αρχή. Να πέφτει το βλέμμα σου στο δικό μου και να μένουμε σκαλωμένοι, για ώρες. Να με φλερτάρεις και να παίζουμε το γνωστό μας παιχνίδι «ενδίδω; δεν ενδίδω».  

Να με διεκδικείς αντρίκια κι όχι κλισεδιάρικα. Να βρίσκεις τρόπους μικρούς κι έξυπνους. 

Θέλω να ‘χεις ευθύνη για μας. 

Θέλω να ‘μαστε ακόρεστοι και πλεονέκτες. Να αγαπάμε τις στιγμές μας, να μπορούμε να τις ζούμε έντονα και να μας αρκεί. 

Θέλω να μ αγγίζεις, όπως στις αρχές. Να ‘χεις εκείνο τον γλυκό δισταγμό κι εγώ εκείνη την εσκεμμένη αφροδισιακή ντροπή μου. 

Θέλω να ‘σαι περήφανος, που είμαι δίπλα σου, χωρίς να το φωνάζεις στους δρόμους, να το φωνάζει το σώμα σου και η ψυχή σου μόνο. 

Θέλω να μη με μοιράζεσαι και μόνο στην ιδέα να τρελαίνεσαι. Θέλω να με κάνεις να μη γουστάρω να δίνομαι κι αλλού. Να με φυλακίσεις χωρίς να με βάλεις σε κελί. Να με δέσεις χωρίς να μου περάσεις σχοινιά. 

Θέλω να ‘σαι μικρός δάσκαλος κι εγώ ανοιχτό βιβλίο. Να γράφεις μέσα μου ανεξίτηλα και να χαράζεσαι. Στον περιορισμένο χρόνο σου θέλω να ‘μαι απεριόριστη ανάγκη. 

Να ‘μαι όλα εκείνα τα βλαβερά που αγαπάμε να καταχραζόμαστε. 

Δεν είμαι εγωίστρια. 

Εγώ θα ξυπνάω κάθε μέρα και θα δίνω πιο πολλά από όσα έδωσα χθες και πιο πολλά από αυτά που αντέχεις. 

Δεν απαιτώ, ούτε επαιτώ. Σου μιλώ για τα αυτονόητα. 

Εσύ θέλω μόνο να με διεκδικείς. 

Δεν υπάρχει για πάντα και το ξέρουμε. Αλλά θέλω να βαφτίζουμε την στιγμή πάντα και εμάς αιωνόβιους. Να κολυμπάμε στα ρηχά των ψευδαισθήσεών μας και να παίζουμε κρυφτό με τον χρόνο. 

Να κάνουμε στην άκρη όλα τα «θα» του κόσμου, όλους τους μέλλοντες. Να μας νοιάζει το «τώρα» και να μη χωράμε μέσα του. Να ξεχειλίζουμε από όλες τις πτυχές του, να τις ξεχειλώνουμε και να απλωνόμαστε μέσα τους. 

Θέλω να με διεκδικείς βροντερά, με όλο σου το είναι. Να τρέμουν τα μέσα σου κάθε που λείπω. Να μη μ’αφήνεις να λείπω. 

Μόνο να με διεκδικείς.» 

Κι έπεσε το τηλέφωνο απ τα χέρια. 

Όλα τα «θέλω» πεταμένα σε ακουστικά, αραδιασμένα σε τηλεφωνητές.  Ανάγκες γνωστές κι ανείπωτες. Επιβεβαιώσεις ποθητές στα αζήτητα. 

Εκείνες που ζητούν την επιβεβαίωση αν δεν μπορείς να τις αντέξεις, τρέξε. Αλλιώς πλησίασε τις και δώσε τους αγάπη. 

Όχι, μη βιαστείς να πεις πως έχουν πληγές, τραύματα, ανασφάλειες και ψυχολογικά. Μη καταφεύγεις στα κοινότυπα. 

Πλησίασέ τις κι άκουσέ τις. 

Βρες το θάρρος να μιλάς σε αυτιά κι όχι σε τηλεφωνητές.


Πρώτη δημοσίευση: pillowfights

Εκείνους που έφυγαν να τους φοβάσαι


Οι άνθρωποι που φύγαν απ΄ τις ζωές μας, θελήσαμε ή όχι, έφυγαν και αυτό δεν αλλάζει.

Υπάρχουν άνθρωποι που το φευγιό είναι δεύτερη φύση τους. Εκείνοι ξέρουν να αποχωρούν. Αποχωρούν με τα μάτια κάτω, άνανδρα και σιωπηλά, μα φεύγουν έχοντας πάρει όσα θέλουν να πάρουν. Αυτοί είναι μάγκες-ή μάλλον έτσι σου φαίνονται-. 

Φαίνονται δυνατοί και υπερήρωες και μέσα τους είναι δειλά ανθρωπάρια, μισοί χαρακτήρες σε ολόκληρα σώματα.

Αυτοί λοιπόν αποχωρούν με στυλ και επανέρχονται με στυλ. Οι υπερήρωες που αναφέρουμε εδώ κάνουν τα πιο στυλάτα μπες-βγες. 

Κι έχουν και αμνησία. Επιλεκτική. Εκείνοι που το φευγιό κυλάει μέσα τους θυμούνται όσα τους χρειάζονται για να νιώσουν επιβεβαίωση. 

Μοιάζουν να φεύγουν νικητές και σαν άλλοι Μέγα Αλέξανδροι, μα μέσα τους κρύβουν ένα μικρό βρεγμένο και κλαμένο γατί. 

Γατί που θα φορέσει την στολή του γάτου και θα γυρίσει με λουλούδια στα χέρια. 
Τα λουλούδια που έχουν όσοι αποχωρούν άνανδρα είναι διπλής όψεως. Από την μεριά τους μοσχομυρωδάτα και φρέσκα και από την άλλη σάπια. Καμμένα και σάπια.

Είναι γελασμένοι. Νομίζουν πως είναι μάστορες στους αποχωρισμούς, μα ούτε το κατσαβίδι δεν μπορούν να σηκώσουν.

Εκείνους που έφυγαν αντιηρωικά από τη ζωή σου, μη τους αφήσεις να ξαναμπούν.

Κάντο από άμυνα, ή αυτοάμυνα. Κάντο από εγωισμό ή πείσμα. Βάφτισε την αξιοπρέπεια ως προς τον εαυτό σου με όποια λέξη σου αρέσει. 

Όσους έφυγαν με μισές λέξεις, με αναπάντητες ερωτήσεις, με βλέμματα κατεβασμένα και χέρια τρεμάμενα να τους φοβάσαι.

Όταν ξανάρθουν θα δημιουργήσουν άλλα μισά, δε θα καλύψουν τα μισά που ήδη δημιούργησαν.

Είναι μισοί και το ολόκληρο γι' αυτούς είναι λέξη άγνωστη.

Να φοβάσαι εκείνους που φεύγουν γιατί φοβούνται να πάρουν, εκείνους που φεύγουν γιατί φοβούνται να δώσουν. Να φοβάσαι εκείνους που σε φοβούνται, δύο και τρεις φορές. 

Τις πόρτες σου να τις ανοίγεις σε εκείνους που ξέρουν γιατί τις χτυπάνε, σε εκείνους που τις χτυπάνε με δύναμη, ένταση και πάθος. 

Ας στριμωχτούν οι άλλοι απ΄ τα παράθυρα.

Να μάθεις στις αποχωρήσεις να είσαι ο κερδισμένος εσύ. Να μάθεις να σιχαίνεσαι τα μισά και να τα γυρνάς πίσω.

Εκείνοι που έφυγαν απ΄τη ζωή μας, έφυγαν κι αυτό δεν αλλάζει.

Ίσως να μη χωρούσαν ή να μη βολεύονταν που περίσσευαν.

Έφυγαν και έκλεισαν με δύναμη την πόρτα.

Ήταν μαέστροι σ' αυτά.

Αλλά μαέστρος της ζωής σου είσαι εσύ.

Ξέρνα με τους αντιήρωες.

Μη ξεχνάς πως ο μόνος αντίπαλός τους είναι ο ίδιος τους ο εαυτός.


Η Μαλβίνα και οι συνταγές του έρωτα



Ξυπνούσε πολύ πρωί, σα να μη κοιμόταν καθόλου. Ήταν ανήσυχη κι αλήτισσα. Άνθρωποι σαν τη Μαλβίνα δε χρειάζονται στολισμό με πολλά επίθετα, τους είναι όλα λίγα. 

Μικρότερη έπεσα σε ένα αφιέρωμα ενός καναλιού για εκείνη. Συγκράτησα σκόρπιες λέξεις του έρωτα, μια γυναίκα με μαύρο αγορέ και το όνομά της. 

Η Μαλβίνα, σκέτο Μαλβίνα, χωρίς πολλά πολλά ήταν από εκείνες τις γυναίκες που λες θέλω να γίνω σαν αυτή. Δε σε νοιάζει αν θα έχεις επιτυχία έτσι ή αν θα σου πάει, και χωρίς να την ξέρεις καλά καλά, θες να της μοιάσεις. Κι αν είσαι άντρας, θες να σε ερωτευτεί. 

Ζούσε για τον έρωτα. Ήταν η βενζίνη της, η κινητήριος δύναμή της. Για να αφήσει έναν έρωτα, θα έπρεπε ήδη να είχε βρει τον επόμενο. Ο έρωτας ήταν η ανάσα της. Η εισπνοή και η εκπνοή της. 

Έγραφε για αυτόν αφού πρώτα τον ζούσε. Και μιλούσε και μαζί με τα παιδιά της για έρωτα, απενεχοποιημένα, ελεύθερα και αληθινά. 

Ο έρωτας για εκείνη χρειαζόταν μέγεθος. Ήταν χαλί μουσικό της ζωής της, φόντο της σκηνής της και συνάμα πρωταγωνιστής. 

Ζούσε για να είναι ερωτευμένη. Ήταν η ανάγκη, το μέσα της, το έξω της, το όλο. 

Είπα όλο και θυμήθηκα που έλεγε πως στον έρωτα είσαι ένα με τον άλλο. Μείγμα συμπαγές. Κουκίδα αεροστεγώς κλεισμένη. Ασπρόμαυρη. Yin και Yang. 

Το Yin εκείνη. Παραδομένη στον έρωτα. Σκλάβα του άντρα. Όχι δούλα. 

Έρωτας για εκείνη είναι να παραχωρείς σιγά σιγά τα δικαιώματα σου πάνω του. Να του τα δίνεις όλα, να μην έχεις τίποτα, να έχεις μόνο αυτόν. 

Γι’ αυτό ήταν αλήτισσα η Μαλβίνα. 

Ξυπνούσε κάθε πρωί και μαγείρευε. Γλυκά, αλμυρά, με ιδιαίτερη αγάπη στα ινδικά και με γούστα που ποίκιλλαν ανά την περίοδο. 

Δεν ήταν εξωγήινη. Αν και πίστευε πως ήταν. Με τα παιδιά της είχαν τη μυστική ομάδα 4Μ και τους έλεγε, διαδοχικά μέσα στα χρόνια πως ήταν από άλλο πλανήτη. 

Ήταν μάνα και γυναίκα. Γυναίκα και μετά μάνα. Δε θα μπορούσε να ήταν μάνα αν δεν παρέμενε γυναίκα. 

Τα χρόνια της έμοιαζαν με μια γρήγορη σάλσα. Εκείνη ο καβαλιέρος. Ντάμα της οι άντρες. Τους άντρες τους έβαζε όλους σε μία λέξη, έρωτας, η εμμονή της. 

Η Μαλβίνα ήταν μάγκας. Υπέκυπτε σε ελάχιστες καταστάσεις στη ζωή της. Πέρα από τον έρωτα υπέκυπτε στην αποτυχία, στην αναμονή και στις αρρώστιες. Υπέκυπτε και ξανασηκωνόταν όμως. Στα τρία πρώτα το κατάφερε με επιτυχία. 

Την αποτυχία την φοβόταν όχι γιατί ήθελε να είναι πετυχημένη ίσως γιατί πίστευε πως δε θα της δώσει αρκετή φόρα για την επιτυχία. Την αναμονή τη σιχαινόταν. Ο έρωτας την γονάτιζε. 

Είχε να σου δώσει συμβουλές, δεν είχε δασκαλίστικο ύφος και πίστευε σε συνταγές. Όχι μόνο επειδή ήταν καλή μαγείρισσα αλλά για εκείνη οι σχέσεις ήταν κάτι σαν το φαγητό. Αναγκαίες, απαραίτητες και απαιτούσαν επιθετικότατη ακρίβεια στην εκτέλεσή τους. 

Πώς δεν έχει ο έρωτας συνταγές; Σε όλα είχε να σου δώσει απάντηση. Από τις αγαπημένες μου απαντήσεις της είναι σε εκείνες που την ρωτούσαν πώς να είναι ευτυχισμένες. Τις συμβούλευε να είναι πάνω από όλους και κάτω από αυτόν που αγαπάν. Κι έπειτα έστρεφε το βλέμμα της αλλού και χαμογελούσε. 

Η Μαλβίνα φοβόταν και τον χρόνο. Ναι και αυτές οι γυναίκες τον φοβούνται. Δε την τρόμαζαν οι ρυτίδες και τα λευκά μαλλιά, την τρόμαζε το πόσο πρόσκαιρη είναι η παρουσία των ανθρώπων στη γη. 

Ο κάθε ένας, έλεγε, όταν φεύγει αφήνει πίσω του σκόνη. 

Εκείνη μας άφησε λίγη μαγική χρυσόσκονη.