Διλήμματα



Μη μου βάζεις διλήμματα.
Διαλέγω πάντα το πιο αβέβαιο.
Εκείνο που δε μου φαίνεται καθαρό.
Το πιο σκοτεινό και απροσπέλαστο.
Το λιγότερο πατημένο.
Σου φαίνεται ανυπόστατο,
δεν τολμούν όλοι να αντικρίσουν την υπόστασή του.
Δεν έχει νόημα να με βάζεις να διαλέγω.

Κι όταν το πρώτο διαζευκτικό είναι ο έρωτας,
Εκείνον θα διαλέγω
χωρίς να θέλω να ακούσω το δεύτερο.

Δεκαπέντε


Όχι δεν είναι μαύροι κύκλοι αυτοί. Μια χαρά είχε κοιμηθεί, το επιβεβαιώνω. Σαν πουλάκι κοιμόταν τις τελευταίες μέρες, την σκουντούσα να δω αν έπαιρνε ανάσα, τόσο φοβόμουν εκείνους τους ύπνους της.

Δεν ήταν μαύροι κύκλοι. Σκιές των ματιών της ήταν, κλάμα συσσωρευμένο. Γιατί οι άνθρωποι μπροστά σε άλλους ντρέπονται να κλάψουν, σα να έχουν υπογράψει κάποια συμφωνία που δεν τους το επιτρέπει. Τους τρόμαξε η κοινωνία και τους φόρεσε μαύρα γυαλιά, να μη φαίνεται τίποτα.

Χωρίς τα γυαλιά τι; Τους ταράζεις που δεν είσαι απλά χαρούμενος; Τους χαλάς την αισθητική;

Εκείνη χωρίς τα γυαλιά βγήκε. Τι κι αν ήταν νύχτα όταν αποφάσισε να βγει; Όλοι χαιρόμασταν που σηκώθηκε, σα να είχαμε μωρό που μόλις πρωτοψελλίσε «μαμά» ή πετύχαμε κανέναν αριθμό στο τζόκερ.

Περπατούσε ρυθμικά, την παρακολουθούσα δειλά με φόβο μήπως με καταλάβει γιατί εντάσεις άλλες δεν μπορούσε να υποστεί. Όταν περνούσαν δίπλα της αμάξια, μείωνε το ρυθμό της, κι όταν ήταν μόνη ένιωθες πως την κυνηγούσαν. Αντίδραση κι εκεί. 

Να μη μοιάζει ο ρυθμός της με κανενός άλλου εκεί γύρω. Αυτό φαινόταν να θέλει. Να πλάσει ένα ρυθμό που να μοιάζει ίδιος κι εύκολος, μα να μπορεί να τον ακολουθήσει μόνο εκείνη.

Κοιτούσε κάτω. Το κεφάλι το σήκωνε ανά επτά βήματα, σα να το είχε ρυθμίσει μέσα της, όλα τα είχε να παίζουν στον ίδιο ρυθμό.

Την προσπέρασε μια φιγούρα, φωτεινή, με αέρινο, σχεδόν διάφανο, λευκό πανωφόρι. Μέσα στην όλη μαυρίλα, της νύχτας και της δικής της, το λευκό εκείνο την τύφλωσε. Ήταν που είχε να δει ήλιο κάτι μέρες. Ήταν ίσως που τελικά το είχε ανάγκη το φως και δεν το παραδεχόταν.

Σήκωσε το κεφάλι στο πέμπτο βήμα. Τα μετρούσα τα βήματά της και σχεδόν μηχανικά με έβαλε κι εμένα στον ίδιο ρυθμό.

Δεν πρόλαβε να δει το φως από μπροστά. Γυναίκα έμοιαζε να ήταν και κάπως την καθησύχασε. Όχι γιατί φοβόταν να δει άντρα τη νύχτα στον δρόμο, μα φαινόταν να αρνιόταν να δει αντρική φιγούρα. Προς αποφυγήν συσχετισμών, προς αποφυγήν του αναπόφευκτου.

Δεν πρόλαβε να δει, και καλύτερα. Καλύτερα γιατί δεν της αρέσει οι άνθρωποι να την υποτιμούν, κι εκείνη η λαμπερή φιγούρα της είχε ρίξει ένα βλέμμα υποβάθμισης κι αδικίας.

Ίσως την παρεξένευσαν τα ρούχα και έβαλε τέτοια βρωμιά στο βλέμμα της.

Ιούλης ήταν και φορούσε μπουφάν. Μπουφάν αντρικό, μέχρι το γόνατο και μπλε. Μονάχα αυτό το μπουφάν και ένα ζευγάρι αθλητικά κι αυτά με μια υπόνοια φυγής, με μια υποψία ετοιμότητας.

Περπατούσε για ώρα και οι αυξομειώσεις των βημάτων της με φόβισαν πως θα προδοθώ. Άφησα άλλο λίγο δρόμο να μας χωρίσει και γινόταν όλο και πιο θολή στα μάτια μου. Ώσπου έστριψε, κι έχασα τα βήματά μου, στο έβδομο σήκωσα το κεφάλι να ξαναπιάσω το ρυθμό της, να ανακουφιστώ και η θολούρα σβήστηκε κι αυτή.

Έπρεπε. Έπρεπε να την βρω. Να την γυρίσω σπίτι. Δεν γινόταν να βγει στο φως και να δει ο κόσμος τους μαύρους κύκλους. Δεν γινόταν να την προσπερνούν και να την πατάνε με τα μάτια τους. 

Έπρεπε να την βρω, να της χαμογελάσω, να πατηθούν και να σκάσουν οι κύκλοι. 

Δάκρυα να ξεχυθούν και να λυτρωθεί. 

Έπρεπε.

  

Nα κλαις


Το κλάμα είναι λύτρωση, εξαγνισμός, κάθαρση. Να κλαις.

Να κλαις όπως χαμογελάς.

Να κλαις όσο χαμογελάς.

Να τα έχεις ίσα μοιρασμένα.

Όπως χαμογελάς χωρίς να νιώθεις και την απέραντη ευτυχία επειδή μόνο και μόνο σε λυτρώνει και νιώθεις πως θα σου κάνει καλό, έτσι και να κλαις. Χωρίς να περιμένεις στεναχώριες.

Το γέλιο και το κλάμα δεν χρειάζονται κάποια αφορμή. Άφησέ τα ελεύθερα από μέσα σου να καθαρίσεις, να αδειάσεις.

Κάνε τους ανθρώπους να εξοικειωθούν με όσους κλαίνε στους δρόμους, στα τρένα, στις πλατείες. Γιατί να δεχόμαστε και να μην αντιδρούμε σε όσους χαμογελούν, και να στιγματίζουμε όσους κάνουν το αντίθετο;

Απενοχοποίησε το κλάμα. Μη το μπερδέψεις όμως με το κλαψούρισμα. Η πρώτη είναι η αριστοκρατική και η δεύτερη η τριτομπανάλ εκδοχή του.

Μικρή είχα επινοήσει μία ιστορία. Είχα πείσει τον εαυτό μου πως το κλάμα κάνει καλό και έκλαιγα δυνατά. Και κάθε φορά έπιανα ένα μου δάκρυ, έκανα μία ευχή και το φυσούσα. Πίστευα πως ταξίδευε το δάκρυ, η λύπη και η ευχή και με ένα μαγικό τρόπο θα καλυτέρευαν όλα.

Βέβαια ψυχολόγοι και ψυχολόγοι δεν έχουν αποφασίσει αν τα δάκρυα φέρνουν τις προσδοκούμενες αλλαγές. Μα αυτό που μπορούν όλοι σύσσωμα να επιβεβαιώσουν είναι πως ό,τι έχεις μέσα στη ψυχή σου κι έχει τάσεις να απεγκλωβιστεί, οφείλεις να το αφήσεις.

Μην πνίγεσαι. Όσο κρατάς μέσα σου τα δάκρυα, είναι σα να δημιουργείται στη ψυχή σου μια θάλασσα, που όλο και μεγαλώνει, κι εσύ οικειοθελώς να βουτάς μέσα της και να πνίγεσαι.

Να κλαις, να λυτρώνεσαι.


Συναισθησία




Έμπλεξα δύο αισθήσεις μου εχθές.
Την όραση με την ύπαρξη.

Πως δεν είναι αίσθηση η ύπαρξη;
Είναι η μόνη που νιώθω.
Η μόνη που βλέπω.

Και οι άλλοι την βλέπουν.
Άρα υπάρχει.

Έμπλεξα δύο αισθήσεις μου εχθές.
Εκείνες τις δύο που μου είχαν απομείνει.
Που δεν είχαν σβηστεί.
Που μέσα στην όλη μου ανυπαρξία,
έσκαψα και τις βρήκα.

Μου λέγαν,
"Δες ,υπάρχεις."

Και τότε μόνο υπήρχα.

Άγγιζα τις φθαρμένες χορδές μου
και τις γρατζουνούσα
να βγάλουν γλυκούς ήχους.

Και βγάζαν μουγκρητά
υπερφυσικά
κι ανοιξιάτικα.
Της έλλειψης
και 
της απουσίας.

Μου λεγαν,
"Δες, υπάρχεις."

Και ούτε που υπήρχα.

Ίσως φταίνε τα φεγγάρια


Απόψε θα ρίξω τις ευθύνες μου στα φεγγάρια. Στα αστέρια και στους ουρανούς. Η ιστορία έχει δείξει πως εκείνοι μπορούν να τα σηκώσουν όλα. 

Φωτίζει απόψε τόσο η νύχτα που δεν αντέχω να βλέπω τις βρώμικες ψυχές μας να λερώνουν κι άλλα πατώματα, κι άλλες ζωές, κι άλλους μέλλοντες. 

Λερώσαμε τόσους παρατατικούς, δε σου αρκεί; 

Τίποτα δεν σου αρκούσε. Και απόψε θα χαρίσω τις ευθύνες μου αλλού. 

Εγώ δεν τις ξαναγγίζω, όπως δεν θα ξαναγγίξω κι εσένα. 

Εσύ αγνοείς την ύπαρξή τους. 

Θα τις μοιράσω στους αιθέρες. Σε πρώτο ενικό. Σε ευθύ λόγο. Ευθύ και δηλωτικό. Μ ακούς; Έχει κι αεράκι απόψε. Θα φτάσουν γρήγορα. Τις έχω συστημένες. Τις πλήρωσα. Διπλά και τριπλά. 

Θα γυρίσω πίσω. 

Θα τρέξω, να σωθώ και να απεγκλωβιστώ. 

Να ελευθερωθώ και να αγαπηθώ. 

Να με αγαπήσω απ’την αρχή και να τα ξαναχτίσω όλα. 

Να μάθω καινούριες λέξεις. Όπως το φύγε, το προχώρα, το τέλος. 

Απόψε θα ρίξω τις ευθύνες μου στα φεγγάρια. Δε μιλούν, δεν παραπονιούνται. Τα νιώθουν και τα καταπίνουν. Τα σβήνουν και προχωρούν. 

Απόψε θα φροντίσω να τους κάνω δάσκαλούς μου, να γονατίσω εμπρός τους και να τα ρουφήξω όλα. 

Να μάθω να καταπίνω άδολα παρελθόντα. 

Να ξυπνήσω, να λείπουν και να μάθω μόνη μου να τα σηκώνω όλα. 

Μόνη μου.




Θέλω τη μέρα που θα φύγεις.


Θέλω εκείνη τη μέρα, γιατί μέρα θέλω να ναι, μη φύγεις νύχτα. Τη νύχτα την έχω συνδέσει με τις ευχάριστες στιγμές μας. Μέρα να διαλέξεις να φύγεις. Θέλω να με έχεις κουράσει τη νύχτα, να κοιμάμαι ακόμη, να μη σε δω.

Να μη κάνεις θόρυβο. Σε παρακαλώ. Θόρυβο άσε να κάνει μόνο η απουσία σου ή όλα αυτά που σπάνε μέσα μου κατά καιρούς. Εσύ φύγε αθόρυβα. Στις μύτες, μη με ξυπνήσεις.

Δεν είναι όμορφοι οι άνθρωποι όταν φεύγουν. Σε κάποιους δεν πάει το φευγιό, κι άλλοι γεννήθηκαν γι αυτό. Εσύ γεννήθηκες για να φεύγεις.

Ίσως και να είμαι εγώ το λάθος. Ίσως εγώ γεννήθηκα για να μου φεύγουν. Ξέφευγα και μου ξέφευγαν. Άδικο.

Να μη ξεχνιόμαστε. Αν είναι να φύγεις μη μου αφήσεις σημειώματα, λουλούδια και συγγνώμες. Δεν σώζουν καταστάσεις αυτά. Ούτε ζωντανή θα με κρατήσουν. Και να ξέρεις, θα τα πετάξω. Δε θα αφήσω τίποτα να σε θυμίζει. Από αντίδραση. Αφού δε με θες, δε θα σε θέλω. Αφού θες να φύγεις, θα σου ανοίξω την πόρτα.

Σκυλιά δεν έχω να τα δέσω. Θα δέσω εμένα σαν σε κρεβάτι ιατρείου, χειροπόδαρα. Την ψυχή μου θα δέσω με λευκά σεντόνια και θα σε αφήσω να πάρεις το δρόμο σου.

Δε θα αντιδράσω. Δε θα φωνάξω, ούτε θα κλάψω. Δε θα γίνω μελό, δεν μου πάει. Δεν μου πήγαινε ποτέ και όποτε γινόμουν για πλάκα γελούσες. Θυμάσαι που γελούσες; Κι όποτε μούτρωνα και αναστέναζα έκανες γραμμούλες με τα δάχτυλά σου στη μέση μου, ανατρίχιαζα και γελούσα. Θυμάσαι που δε με άφηνες να κλαίω;

Αν τυχόν ξυπνήσω και σε δω να φεύγεις, θέλω να γελάς.

Μη τυχόν και φύγεις κοιτώντας κάτω. Σαν κλέφτης. Αν με αφήνεις να σου ζητήσω μια χάρη, θα είναι αυτή, να φύγεις με αξιοπρέπεια.

Μη με διαψεύσεις. Μη με κάνεις να νιώσω πως έκανα λάθος.

Φύγε γελαστός. Άσε με μένα γελασμένη.

Φύγε σα να θες να βγεις να μου πάρεις  ένα δώρο και να γυρίσεις. Πες το μου κιόλας. Να χω μια προσμονή. Μη με αφήσεις πίσω θλιμμένη. Ούτε η θλίψη μου πήγαινε, θυμάσαι;

Πες μου «Έρχομαι σε λίγο» και φύγε. Άσε με να περιμένω, να σκαρώνω στίχους και να γράφω ποιήματα. Άσε μου λίγη έμπνευση, μα στεναχώρια όχι.

Μη πάρεις πράγματα μαζί σου. Να έρχεσαι να τα παίρνεις λίγα λίγα. Εγώ θα στα καθαρίσω, θα στα σιδερώσω και θα σε περιμένω να τα παίρνεις. Να παίρνεις μαζί και τα τελευταία μου κομμάτια.

Γελαστή θα μαι μπροστά σου. Θα τυλίξω το παρελθόν μας με ένα πολύχρωμο αλουμινόχαρτο και ημερομηνία λήξης το παρόν. Σα σοκολατάκι γλυκό και σπάνιο. Κι έπειτα θα το πετάξω στη φωτιά.

Έλα να μπλέξουμε τα χέρια και τα σώματα μας πριν φύγεις. Ας μη μπλέξουμε με λέξεις και βλέμματα. Έλα να παίξουμε με τις ανάσες μας. Να τις συγχρονίζουμε άρρυθμα και να τις μπερδεύουμε. Να παίξουμε με τα σώματα μας, να δοκιμάσουμε καινούρια αγγίγματα και να επαναλάβουμε όσα αγαπούσαμε.

Πριν φύγεις κάνε στα σώματα μας όσες χάρες σου ζητήσουν. Δες τα σα μικρά παιδιά και χάρισέ τους όσα αντέχεις.

Σημάδεψέ με να σε έχω δυο μέρες ακόμη πάνω μου. Μέσα μου με χεις ήδη σημαδέψει.

Μέσα μου έχουνε ματώσει όλα και τα αίματα τα σιχαινόσουν. Θυμάσαι;

Ας το.

Θυμάμαι εγώ.

Εσύ απλώς γέλα μου.




Το αντράκι του μπαμπά


Η Μελίνα για τον μπαμπά μας ήταν κάτι το ξεχωριστό. Μικρότερος πίστευα πως την αγαπούσε περισσότερο από όλους κι από όλα. Πίστευα πως η μαμά νευρίαζε γιατί ο μπαμπάς έδινε όλη του την αγάπη στην Μελίνα. 

Δεν μιλάμε για αυτήν την αγάπη που σου έρχεται πρώτα πρώτα στο μυαλό. Δεν την είχε πριγκίπισσα, ούτε την καλομάθαινε. Τη Μελίνα ο μπαμπάς ήθελε να την κάνει αντράκι. Όχι, μηv το παρεξηγήσεις. Κούκλες της έπαιρνε και το δωμάτιο ροζ της το είχε βάψει. Άλλο αυτό. 

Ήταν το κορίτσι του. Δεν την έλεγε πριγκίπισσα. Ξερνούσε ο μπαμπάς με αυτά. Δεν τα έτρωγε τα παραμύθια. Στο κορίτσι του όμως έκανε το χατίρι και της διάβαζε. Εγώ δε θυμάμαι, αγέννητος ήμουν, αλλά το μαρτυρά η βιβλιοθήκη μας και το κεφάλι της Μελίνας που είναι γεμάτο σκόρπιους στίχους και εικόνες από παραμύθια. 

Ήταν η Μελίνα, το Μελινάκι, το Μελώνι όπως την φώναζε όταν ήταν στις καλές του, όταν δεν τους άκουγε κανείς. 

Μεγάλωναν μαζί, άλλωστε έχουμε μικρό μπαμπά, και μάθανε τη ζωή χέρι χέρι. Λέρωνε σαλοπέτες η Μελίνα, γινόταν χάλια στο πρόσωπο με παγωτό, βόλταρε με τη μηχανή του μπαμπά, έσκιζε γόνατα, έπεφτε και σηκωνόταν. Αυτό έβγαινε αυθόρμητα από μέσα της από όταν έμαθε να περπατάει, μέχρι και τώρα. 

Δεν ήταν αγοροκόριτσο. Ήταν πιο κοκέτα και από τη μαμά. 

Μετά γεννήθηκα εγώ. Και μοίρασε ο μπαμπάς την αγάπη. Αλλά όλη του την προσοχή την είχε ακόμη πάνω της. Δεν το λέω με παράπονο, δεν ζήλεψα ούτε λίγο, τη Μελίνα αν τη γνωρίσεις, θα δεις πως λίγο δε γίνεται να την αγαπήσει κανείς. 

Θυμάμαι που μου έλεγε «Μικρέ, τον μπαμπά μη τον φωνάξεις ποτέ πατέρα εντάξει; Στεναχωριέται. Το βλέπει απρόσωπο. Νομίζει πως τον κοροϊδεύουμε ή ότι τον αγαπάμε λιγότερο. Και τον μπαμπά δεν πρέπει να τον στεναχωρήσουμε ποτέ, ακούς;» 

Αν και δεν καταλάβαινα τι εννοούσε, την άκουγα πιστά. Είχε αυτήν τη δύναμη ό,τι και να λέει να το κάνει να φαίνεται πειστικό και σοβαρό. Ο μπαμπάς της το είχε μάθει κι αυτό. 

Όταν η Μελίνα μπήκε στην εφηβεία, ήταν σα να έμπαινε και ο μπαμπάς μαζί της. Ζούσαν όλα τα άγχη μαζί. Από τις εξετάσεις μέχρι και τα ρούχα που θα φορέσει. Μια φορά που είχε γυρίσει στις τρεις από ένα πάρτυ, θυμάμαι, σηκώθηκα να πιω νερό και ο μπαμπάς ήταν ξύπνιος. Ανησυχούσε για το Μελώνι. Δεν της το έδειχνε. Εκείνη όταν γυρνούσε ούτε γάτα ούτε ζημιά. Έριχνε και ένα ροχαλητό ο μπαμπάς μας και έκανε τον αδιάφορο. 

Ο μπαμπάς ήξερε. Ήξερε πως όταν ήταν νευριασμένη δεν ήθελε να της μιλάς, πως αν της έδινες λίγες πατάτες τηγανιτές τα ξέχναγε για λίγο όλα. Ο μπαμπάς ούτε τον εαυτό του δεν ήξερε τόσο καλά. 

Όταν τελείωσε το σχολείο και η Μελίνα ερωτεύτηκε και πόνεσε, ο μπαμπάς πονούσε διπλά. Όχι που έκαναν την «πριγκίπισσα» του να κλαίει, αλλά που δεν την είχε κάνει ακόμη, όσο αντράκι ήθελε. Της έλεγε πάντα, και το θυμάμαι γιατί με φώναζε και μένα να το ακούσω, «Κανένα δε θα παρακαλάς. Αν δεν σε θέλει, φύγε.» 

Σε κάθε της χωρισμό, ο μπαμπάς άναβε πρώτος τσιγάρο. Δεν του είχε πει ποτέ λεπτομέρειες το Μελώνι του κι εκείνος τα ήξερε όλα. Πάντα φοβόμουν ότι θα ξέρει τα πάντα και για μένα και φρόντιζα να είμαι προσεκτικός. 

Για εκείνη, ο μπαμπάς ήταν ένας μικρός θεός. Ήθελε να τον κάνει περήφανο να του ανταποδίδει όσα της πρόσφερε. Δεν μου τα είχε πει αυτά, τα είδα γραμμένα στην κάρτα των γενεθλίων του. Μιλούσαν με γράμματα και κάρτες. Έχει κι ένα κρυμμένο κουτί ο μπαμπάς. 

Η Μελίνα δεν έχει μεγαλώσει ακόμη, εξελίσσεται, όπως λένε μεταξύ τους για πλάκα. Γνωρίζουν τον κόσμο και γίνονται όλο και πιο αντράκια, μπροστά στα αντράκια που συναντούν εκεί έξω. Μόνοι τους κλαίνε -ναι κλαίει κι ο μπαμπάς-, μόνοι τους ξανασηκώνονται και βγαίνουν έξω να τους αντιμετωπίσουν. 

Άμα κάποτε γίνω μπαμπάς, μπαμπάς γιατί πατέρας δεν θέλω να γίνω, θέλω να μοιάσω σε εκείνον. Να κλείνω την πόρτα του σπιτιού μου και να είμαι μικρός δάσκαλος. 

Θέλω να έχω δικές μου Μελίνες να μου χαμογελούν.  

Θα τους φέρνω πατάτες τηγανιτές και θα κοιμάμαι μέχρι τα ξημερώματα στις πολυθρόνες. Θα τους βάφω τους τοίχους ροζ για καμουφλάζ, μα μέσα μου θα ξέρω πως τις έχω κάνει αντράκια. 

Στον Αντώνη.