88 χρόνια από το θάνατο του Κώστα Καρυωτάκη



21 Ιουλίου ήταν το 1928 που ο Κώστας Καρυωτάκης με μια αποχαιρετιστήρια επιστολή έγινε ο ιδανικός αυτόχειρας που είχε ο ίδιος τελετουργικά σχεδιάσει. Μια μέρα πριν, προσπαθώντας επί δέκα ώρες να πεθάνει στην ακτή του Μονολυθίου της Πρέβεζας, η ζωή φαινόταν να δείχνει πως τον έχει ακόμη ανάγκη.

Στο καφενείο «Ουράνιος κήπος» της περιοχής Βαθύ, με ένα ανοιχτόχρωμο γαλλικό και προσεγμένο κοστούμι, ανάβοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο συνθέτει τα τελευταία του λόγια. Σεναριογράφος της ίδιας του της ζωής και πρωταγωνιστής, ο ποιητής απομακρύνεται για λίγα μέτρα και πυροβολείται στην καρδιά.

Το σημείο σήμερα οι επισκέπτες μπορούν να το διακρίνουν εύκολα λόγω της πινακίδας που το κοσμεί. «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης», αναγράφεται. Δεν τίθεται θέμα για θάνατο του ποιητή, ο ποιητής υπάρχει όσο τα έργα του ταξιδεύουν ανοιχτά στους αιώνες, όσο αλλάζουν χέρια και δημιουργούν προβληματισμούς. Ο ποιητής εκεί βρήκε την γαλήνη, εκείνη που δεν έβρισκε στην πραγματικότητα, σε μια πραγματικότητα στενή κι αποκρουστική.

Η ιστορία τον έστεψε ως τον σημαντικότερο ποιητή της γενιάς του ΄20. Έναν ποιητή που άλλαξε άρδην την ποίηση και τα ποιητικά στερεότυπα, έναν ποιητή που οι επόμενες γενιές τον αγάπησαν, προσπάθησαν να του μοιάσουν. Έναν ποιητή που δημιούργησε ρεύμα, τάση, κάνοντας τους ποιητές των επόμενων γενεών να έχουν ροπή προς τον καρυωτακισμό.

Με τρεις ποιητικές συλλογές βγαλμένες σε μία εποχή που ίσως να μη τις άντεχε, μια εποχή που δεν ταίριαζε και στον ίδιο τον ποιητή, άφησε το στίγμα του στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Θα βιαστείς -ημιμαθώς- να προσδώσεις "τίτλους" στον ποιητή, να τον χαρακτηρίσεις, να προσπαθήσεις να τον "εξηγήσεις", να τον ερμηνεύσεις, να τον ιδιαιτεροποιήσεις, αλλά τι σημασία έχουν όλα αυτά;

Πόσο άστοχο είναι με εργαλείο την ημιμάθεια να αναδημιουργούμε, να ανακατασκευάζουμε και να αιτιολογούμε;

Οι ποιητές και οι εξηγήσεις είναι πράγματα αντίθετα. Οι ποιητές δεν ερμηνεύονται. Δεν πατάνε σε κανόνες. Έτσι ήταν και ο Καρυωτάκης και τον στενεύουν όλες οι ερμηνείες που του έχουν προσδοθεί τα τελευταία 80 χρόνια.

Άστοχο είναι και να σεναριολογήσει κανείς τις αιτίες του θανάτου του. Ο ίδιος ο ποιητής «εξηγείται» στην επιστολή που βρέθηκε στο σακάκι του την ημέρα της αυτοκτονίας. Το γιατί είναι άστοχο να μελετηθεί, αν και δίνει ιδιαίτερη τροφή στην φιλολογική έρευνα, -ίσως και μεγαλύτερη από το ποιητικό του έργο, δυστυχώς-.

Το ψυχολογικό πορτρέτο του Καρυωτάκη μοιάζει συνάμα τόσο μυστήριο και τόσο ξεκάθαρο, ανάλογα με τα εργαλεία που θα χρησιμοποιήσεις μελετώντας το.

Θα κλείσουμε με δυο στίχους του ποιητή και μια ευχή. Μια ευχή η τελευταία του ολιγοήμερη κατοικία στην Πρέβεζα να μουσειοποιηθεί και με τους αγαπημένους μου στίχους από το ποίημα «Ανδρείκελα», της συλλογής Ελεγεία και Σάτιρες, το 1927.

Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ' αυτήν εδώ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Ανθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ' αστέρια.

Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Αλλος δεν ξέρει οτι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.


Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα...


Το κακογραμμένο Ρο


Ήταν Τετάρτη και το ρολόι του φαρμακείου έδειχνε 10 το βράδυ. Δεν φορούσε ρολόγια η Μαρία, τα’ χε χαρίσει όλα της τα κοσμήματα και τα χρυσαφικά σε φίλες και γνωστές, σε ανίψια και γειτονόπουλα. Τα’ λεγε κοσμήματα της λύπης και ήθελε να τα αποβάλλει από τη ζωή της. Χαρά δεν έφερναν. Και ήταν εκνευριστικά άψυχα για να συμβιώνουν μαζί της.

Περνώντας από το φαρμακείο, το μόνο σημείο της πόλη που εφημέρευε, που’ χε φως και ανοιχτή πόρτα εκεί γύρω, αποφάσισε να καθίσει στο απέναντι παγκάκι.

Δεν είχε σπίτι. Σε τρόμαξε η πρόταση; Ή μήπως σε έκανε να την λυπηθείς; Δεν τα’ θελε αυτά. Ούτε να την λυπούνται, ούτε και να τρομάζει κανένα. Δεν είχε σπίτι η Μαρία και δεν την ένοιαζε αυτό, την ένοιαζε που οι λέξεις της δεν είχαν άλλες λέξεις να ακουμπήσουν, που τα χαμόγελά της δεν είχαν αποδέκτες.

Πιο περήφανη γυναίκα από την Μαρία δεν είχα γνωρίσει στη ζωή μου. Μιλούσε με το κεφάλι ψηλά και σε κοιτούσε μέσα στα μάτια. Με το καλησπέρα σε ρωτούσε άμα διαβάζεις ποίηση και ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου ζωγράφοι. Σ’ άφηνε να απαντήσεις, σε άκουγε ζεστά και έψαχνε στις τσέπες της της δικές της απαντήσεις. Τότε, ξεδίπλωνε ένα απόκομμα τοπικής εφημερίδος που είχε κοπεί κάπως άτσαλα κι σαν από βιασύνη, και σου’ λεγε πως ένας είναι ο ύψιστος, που τα χει και τα δύο, ο Εγγονόπουλος. Το απόκομμα είχε εκείνον τον πίνακα με την μούσα, το βιολί και τον αόμματο παραλήπτη που λάτρευε να περιγράφει και να ερμηνεύει φιλοσοφικά σε όσους είχαν όρεξη αν την ακούσουν.

Κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί η Μαρία έπαιζε με τους στίχους του Εγγονόπουλου στο μυαλό της. Προσπαθούσε να τους θυμηθεί όλους απ’ έξω, η γλώσσα της στραβοπατούσε και τους έσμιγε αλλοπρόσαλλα.

Ξυπνούσε πρωί, πολύ πρωί και κοιμόταν αργά. Δεν ήθελε να την πετύχουν πολλά μάτια να ακουμπά στα ξύλινα παγκάκια της πλατείας.

Τα Σαββατοκύριακα έφευγε απ’ το οικείο παγκάκι της πλατείας και πήγαινε στο αγαπημένο της, όπως έλεγε η ίδια χαμογελώντας, βουτηγμένη στην πραότητά της. Δεν προλάβαινες να την ρωτήσεις γιατί αγαπημένο, κι απαντούσε μόνη. Είναι που περίμενε πως και πως έναν δέκτη να ανταλλάξει σκέψεις και λέξεις. Η γλώσσα της λαχταρούσε να κυλά όσο βρισκόταν άλλος πλησίον της.

«Είναι το αγαπημένο μου παγκάκι.», είπε χαμογελώντας και με φόβο μη την διακόψω. 

«Είναι το πιο αγαπησιάρικο παγκάκι ολάκερης της πόλης. Έχει πάνω του χαραγμένους τόσους έρωτες που θα τους ζήλευε κανείς. Πριν κοιμηθώ ψηλαφίζω με τα δάχτυλά μου τα μονογράμματα. Όσο πιο βαθιά χαραγμένα είναι, νιώθω πως τόσο πιο βαθιά ιστορία έχουν να μου πουν.»

Τολμώ να βάλω το χέρι μου σε ένα κακογραμμένο Ρο.

«Ρέα. Κάτι μου λέει πως αυτή είναι Ρέα. Ρέα όπως ροή, όπως ρέω, όπως ρέμα. Την φαντάζομαι τώρα που μιλάμε να στέκεται δίπλα από το σοβαρό Κάπα της και ο νους της να ρέει στα άδυτα της ψυχής του.

Και με έναν αναγραμματισμό έαρ. Έαρ όπως άνοιξη, ανοίγω, ανθίζω, δημιουργώ.

Η Ρέα είναι σίγουρα μία δημιουργική γυναίκα πλέον που τα μάτια της θυμίζουν άνοιξη, ίσως είναι πράσινα, σαν το χορτάρι, σαν τα δέντρα, σαν την ελπίδα.»

Δεν έπαιρνες από την Μαρία ούτε για αστείο τα αυτιά και τα μάτια σου. Κατσούφιαζε και βυθιζόταν πάλι σε εκείνη την θλίψη που δεν της ταίριαζε καθόλου.

Σαν τη Μαρία υπάρχουν 20.000 άνθρωποι κι ακόμη τόσοι που δεν έχουν καταγραφεί, με τους μισούς να βρίσκονται στην πρωτεύουσα.
Εδώ μπορείς να δεις πως μπορείς να προσφέρεις κι εσύ http://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG1746

 (Σημεία Βοήθειας Αστέγων)

Σικελιανός - Πάλμερ, περί Δελφικών Εορτών


Από τη μία ο  Άγγελος Σικελιανός, ο ποιητής που αναστήλωσε την Δελφική Ιδέα, με τον λευκαδίτικο αέρα και τη την ιδιαίτερη προσωπικότητα και από την άλλη η Εύα Πάλμερ η ελληνοαμερικανίδα, με την αρχαιοελληνική αμφίεση και τις εξέχουσες πνευματικές συναναστροφές, αποτέλεσαν ένα ζεύγος ελπιδοφόρο, ονειροφόρο. 

Το 1906 γνώρισε ο ποιητής την γυναίκα που επηρέασε την ζωή του και το έργο του, την γυναίκα που ήταν αρωγός στην προσπάθειά του περί αναστήλωσης των Δελφικών Εορτών. Η Πάλμερ στήριξε τον Σικελιανό οικονομικά, ψυχολογικά και πνευματικά κι έτσι το, εκ πρώτης ουτοπικό, όνειρο του ποιητή, έφτασε να πάρει σάρκα και οστά.

Ο αρχαιοελληνικός τρόπος ζωής ήταν αυτός που τους ένωσε κι έσπειρε τον μονάκριβο καρπό της αγάπης τους, τον γιο τους. Με τον "Αλαφροΐσκιωτο" να έχει ήδη εκδοθεί, βάζουν πλώρη για την εκπλήρωση του επόμενού τους στόχου.

Η Εύα Πάλμερ δεν ήταν απλώς μια γυναίκα στεκούμενη στην σκιά του άνδρα της. Είχε αναπτύξει κι εκείνη τον δικό της κύκλο στην Ελλάδα και ακολουθούσε τις δικές τις εξέχουσες δραστηριότητες. Ασχολήθηκε με τον αργαλειό, υφαίνοντας τα δικά της ρούχα κι επίσης με την μουσική. Ήταν η πρώτη γυναίκα που δίδαξε εκκλησιαστική μουσική στην πρώτη τάξη του Ωδείου το 1919. Διάβαζε φιλοσοφία, ιστορία, ιστορία της τέχνης, ήταν μία γυναίκα που μπορούσε να σταθεί επάξια στο πλευρό του μεγάλου - και εθνικού κατ' εμέ- ποιητή.

Είκοσι χρόνια μετά, το μεγάλο όνειρό τους γινόταν απτό. Μία περίοδος με τόσα θετικά στη ζωή και την ψυχολογία τους και κατά συνέπεια και αρκετές αρνητικές επιπτώσεις όσον αφορά τα οικονομικά και τα οικογενειακά τους θέματα. Το 1927 ο «Προμηθέας Δεσμώτης»  του Αισχύλου είναι η πρώτη παράσταση που πραγματοποιείται στα πλαίσια των νεόμορφων Δελφικών Εορτών.

Σκοπός του ποιητή ήταν η αναβίωση του ελληνικού πνεύματος κι ένα μέσω για την επίτευξη αυτή του στόχου του ήταν οι Δελφικές Εορτές. Δεν είχε ως στόχο να γυρίσει την Ελλάδα αιώνες πίσω. Επιθυμούσε να δημιουργήσει μια νέα παράδοση με βάση την αρχαία, να δώσει νέα μορφή στον πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδας, να τον προσαρμόσει στο σήμερα. Απώτερος στόχος του η ένωση όλων των λαών, η ύπαρξη μια πνευματικής οικουμενικότητας και η εξάλειψη κάθε είδους προκατάληψης, ρατσισμού και ανισότητας. 

Την ιδέα του Σικελιανού στήριξε με όλο της το είναι η Πάλμερ. Είχε αναλάβει την σκηνοθεσία, τις χορογραφίες, τα κοστούμια, την μουσική, τα γραφειοκρατικά, την χρηματική χορήγηση και ολόκληρη την οργάνωση μόνη της, χωρίς βοήθεια από χορηγούς ή το κράτος.

Οι Δελφικές Εορτές δεν βρήκαν την ανταπόκριση που ο ποιητής και η σύζυγος του περίμεναν. Ο ποιητής έριξε την ευθύνη στην Πάλμερ, κι εκείνη όντας χρεοκοπημένη ανέκοψε την προσπάθεια και αναχώρησε για την Αμερική για την πνευματική της αποσυμφόρηση και την οικονομική της ανάκαμψη.

Αν και ο ποιητής παντρεύτηκε νέα γυναίκα, η Πάλμερ στήριζε τον Σικελιανό και από την Αμερική. Έψαχνε εκ νέου χρηματοδότες για να αναστηλώσει ο Σικελιανός εκ νέου τις Δελφικές Εορτές. Καθώς επίσης στήριζε της υποψηφιότητα του ποιητή για τα βραβεία Νόμπελ, μέσω των κύκλων όπου συναναστρεφόταν.

Η Πάλμερ αγάπησε στον Σικελιανό το υψηλό πνεύμα του και τον οξύ χαρακτήρα του παράφορα. Είχε δοθεί ψυχή τε και σώματι στις ιδέες του.

Είκοσι χρόνια μετά, γύρω στο 1950 και ένα χρόνο πριν τον θάνατο του εθνικού ποιητή, του δίνεται πλέον η επιχορήγηση από το κράτος για την αναστήλωση των εορτών.

Κλείνουμε με ένα αγαπημένο ποίημα του ποιητή, 

2 Ιουλίου 1939, Αθήνα

«Είσαι Δική μου, είμαι Δικός Σου! Αυτό μονάχα με γεμίζει, αυτό μονάχα με στυλώνει, αυτό μονάχα με κρατάει στη γη!

Οι ρίζες του είναι μας είναι μπλεγμένες κάτου από το χώμα κι ολοένα μπλέχονται και σμίγουνε κι αναζητιώνται και τυλίγονται και πιάνονται κι ένας χυμός μονάχα ανηφορίζει βουίζοντας στις φλέβες μας κι ένας καημός ανοίγει αδιάκοπα σ' αυτό το χωρισμό την αγκαλιά μας!

Α, πώς δουλεύει μέρα – νύχτα μέσα μου, στο σώμα μου όλο, από τα νύχια στην κορφή, αυτή η αδιάκοπη αναζήτηση του νου μου για το νου Σου, των ματιών μου για τα μάτια Σου, της πνοής μου για την πνοή Σου, των ριζών μου για τις ρίζες Σου.

Ούτε δευτερόλεπτο δεν σταματά η αδιάκοπη, η ακοίμητη αίσθησή της. Και μήτ' έχω μέσα μου άλλη αίσθηση ζωής! Να Σε ζητώ μ' όλες τις ίνες μου όλες τις στιγμές, να κολυμπάω αντίστροφα στο ρέμα της απόστασης για να Σε 'γγίξω.

Αυτή είναι τώρα η φοβερή, η ακοίμητη, η απόλυτη ζωή μου. Και θα τη ζήσω, όσο που ρίζες, κλώνοι και κορμός θα γίνουν αιώνια Ενα κι η πνοή του Σύμπαντος στα φρένα μας μια μόνη Μουσική…»


Αλμπέρ Καμύ σημαίνει ελεύθερος


Άργησε. Άργησε πολύ να πέσει στα χέρια μου βιβλίο του Καμύ και στα αυτιά μου το όνομά του. Κι έπεσε με τόσο λάθος κι αδικημένο τρόπο που πριν ακόμη προλάβω να διαβάσω το έργο του, με κέντρισε. Σήμερα 4 Γενάρη συμπληρώνονται 56 χρόνια από τον θάνατό του και τα χέρια μου ξανάπεσαν στον Ξένο, στην Πανούκλα, στον Επαναστατημένο Άνθρωπο.

Ο βιογραφισμός δεν είναι η αγαπημένη μου μέθοδος προσέγγισης και κατά συνέπεια δεν θα ακολουθηθεί κι εδώ.

Η πολύπτυχη ταυτότητά του, συγγραφέας, σκηνοθέτης, ηθοποιός, διασκευαστής, δημοσιογράφος κι επαναστάτης, επαναστάτης της ζωής και του ίδιου του του εαυτού, μας κάνει αισθητή την απουσία του Καμύ, ο οποίος απεβίωσε σε αυτοκινητιστικό μόλις 47 ετών. 

Καμύ σημαίνει αντίσταση. Στον ευρωπαϊκό υπαρξισμό. Στην στενότητα και την ανελευθερία. 

Σε μια εποχή που αποδεκτή ήταν η ευρωπαϊκή συμβατότητα και το ρεύμα του υπαρξισμού, ο Καμύ συγκρούστηκε. Με τον πάπα, με τους κομμουνιστές και τους φασίστες, τους ναζί, τους κληρικούς, τους υπαρξιστές και τους "διαννοούμενους".

Καμύ σημαίνει ελευθερία.

Καμύ σημαίνει κατάκτηση.

"Να αξιωθούμε μια μέρα να ζήσουμε σαν ελεύθεροι άνθρωποι", έλεγε, "Δηλαδή σαν άνθρωποι που αρνιούνται να ασκήσουν καθώς και να υποστούν την φρίκη."
Έτσι μόνο είναι λεύτερος ο άνθρωπος.

Για τον Καμύ δεν μπορεί να μιλήσει κανείς καλύτερα από ότι το ίδιο του το έργο και ο ίδιος ο λόγος. Τι είναι τέχνη για τον Καμύ; Πως μοιάζει η τέχνη στα μάτια ενός δημιουργού; Τι είναι καλλιτέχνης; Αυτά μας τα απαντά ο ίδιος στο απόσπασμα που ακολουθεί και είναι από την ομιλία του μόλις του απονεμήθηκε το νόμπελ.

"Προσωπικά δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την τέχνη μου, αλλά δεν τοποθέτησα ποτέ την τέχνη αυτήν πάνω απ’ όλα. Αν, αντίθετα, μου είναι απαραίτητη, αυτό συμβαίνει γιατί είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ανθρώπους, και μου επιτρέπει να ζω, έτσι όπως είμαι, στο ίδιο επίπεδο με όλους τους άλλους. Η τέχνη δεν είναι στα μάτια μου μοναχική απόλαυση, είναι μέσο να συγκινεί κανείς το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων, προσφέροντάς τους προνομιούχα εικόνα των κοινών πόνων και ευχαριστήσεων – δεν επιτρέπει στον καλλιτέχνη ν’ απομονωθεί, τον υποτάσσει στην πιο ταπεινή και την πιο παγκόσμια αλήθεια. Και συχνά αυτός που διάλεξε τη μοίρα του καλλιτέχνη, γιατί αισθανόταν διαφορετικός, μαθαίνει πολύ γρήγορα πως δεν θα θρέψει την τέχνη του όντας διαφορετικός, αλλά ομολογώντας την ομοιότητά του με τους άλλους. Ο καλλιτέχνης σφυρηλατείται μέσα σ’ αυτό το συνεχές πηγαινέλα από τον εαυτό του στους άλλους, ανάμεσα στην ομορφιά, που δεν μπορεί να την αρνηθεί, και την κοινότητα, απ’ όπου δεν μπορεί να ξεριζωθεί. Γι’ αυτόν το λόγο οι αληθινοί καλλιτέχνες δεν περιφρονούν τίποτε· υποχρεώνονται να κατανοήσουν αντί να κρίνουν. Και αν πρέπει να πάρουν μια θέση σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν μπορεί να είναι παρά η θέση σε μια κοινωνία όπου, σύμφωνα με το μεγάλο λόγο του Νίτσε, δεν θα βασιλεύει πια ο κριτής αλλά ο δημιουργός, είτε είναι διανοούμενος είτε εργάτης."





Η υπαρξιακή ανορεκτικότητα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ


Ξυπνά πάντοτε πρωί. Φτιάχνει καφέ και ανοίγει το ραδιόφωνο. Θα φορέσει ρούχα χρωματιστά να πάει κόντρα στις διαθέσεις της. Γράφει πρωί. Τις νύχτες μόνο διορθώνει. Νιώθει τυχερή που την βοηθά ο νους, η έμπνευση και η υγεία της να γρατζουνάει ακόμη χαρτιά. 

Μια γυναίκα που θα την πετύχεις στην Ασκληπιού, στο νοικιαζόμενο διαμέρισμά της με το ξύλινο πάτωμα, σε ένα γραφείο, στον τρίτο, πίσω από στίβες σημειώσεων, χρωματιστά άνθη και βιβλία. Ανοιχτή και συζητήσιμη, θα σου προσφέρει κέρασμα και θα σε διευκολύνει, ίσως διαβάζοντας κάποιους στίχους της, όταν δε σου βγαίνουν οι λέξεις. 

Θα σου μιλήσει για τα σοκολατάκια ή τα ποιήματα που έγραφε μικρή, για τη φύση, το χρήμα, το ποτό και τον Ρουκ. Τον έρωτα. Το συναίσθημα. Την απουσία. Έρωτες φαντασιακούς δεν έχει ανάγκη να σου περιγράψει, ήταν τόσο πλούσια η ίδια που δεν είχε ανάγκη την φαντασία της. 

Η ερωτική ποίηση, είναι ένα από τα δυσκολότερα είδη ποίησης, διότι εύκολα μπορεί να ξεφύγει από την ύψιστη θέση του και να πέσει σε πατώματα γεμάτα αγκάθια, μπορεί να αυτό-ευτελιστεί. Εκείνη δεν την αφορά αυτό. Για την Αγγελάκη-Ρουκ η ερωτική ποίηση είναι ένα με τη νεότητα. Με το γήρας έρχεται στο χαρτί η αγάπη. Και εκείνη άγγιξε και τα δύο. 

Η ποίηση είναι το φάρμακό της. Γράφει πάντοτε λυπημένη και οι πληγές της γεμίζουν ποίηση. Πληγές, η κινητήριος δύναμη και ο πομπός της ποίησης. Συνειρμική κι αυτόματη η γραφή της, βγαίνει από μέσα σαν άλλη φυσική ανάγκη. 

Θα σου μιλήσει για μοναξιά. Σχεδόν έφηβη, σχεδόν χωρίς να έχει δώσει καλά καλά ερμηνεία στη λέξη, η ποιήτρια τόλμησε να μιλήσει για μοναξιά από τα πρώιμα βήματά της. 

Θα δεις μπλεγμένα στις λέξεις της φυσικά στοιχεία, τοπία, λουλούδια, δέντρα. Η ανάγκη επαφής με τη φύση κάνει τους ουρανούς και τα αστέρια οικεία σημεία στην ποίησή της. 

«Μικρέ μου καθρέφτη, που τελευταία σ' έχω συνέχεια μπροστά μου για να σε συνηθίσω: Σε μισώ. Θα με συγχωρέσεις; Μίσος τι θα πει δεν ήξερα. Αλλά τώρα, να, βλέπω το πρόσωπό μου κι εξαγριώνομαι ενάντια στη φύση.» Στο τελευταίο της ποίημα ο φόβος της φθοράς του χρόνου και η ανάγκη επαναφοράς της νεότητας, όλο και αυξάνονται. Εχθροί της και φίλοι της καλοί παράλληλα, η φυσική της αναπηρία, ο καθρέφτης και ο χρόνος. Ήρεμη, ζεστή και χαμογελαστή, μα αν την ρωτήσεις αν την απασχολεί ο χρόνος, θα φωνάξει «Ναι!». Απόλυτα θα στήσει την απάντησή της απέναντι στην άλλη απολυτότητα, αυτή του χρόνου, στην ανάγκη της εξάρτησης που την πανικοβάλει πιο πολύ από όλα. 

Δεν την ενδιαφέρει τι θα γράψει η ιστορία για εκείνη, οι διθυραμβικοί ύμνοι και οι πομπώδεις αφιερώσεις δεν είναι το στοιχείο της. Νομίζει πάντως πως θα την θυμούνται ως ποιήτρια. Ποιήτρια όχι με την έννοια του επαγγελματία, αλλά με την έννοια του «βίτσιου», όπως λέει και η ίδια. Και μέσα από το νομίζω αυτό, λάμπει η μεγαλειότητα της προσωπικότητάς της. 

Κεφάλαιο φόβος. Σ' αυτό το σημείο φόβοι ανθρώπων και ποιητών εφάπτονται. Μεγαλύτερος φόβος ο θάνατος. Όλοι οι μικρότεροι γεννιούνται από αυτόν. Δηλητήριο η ιδέα του θανάτου, της φθοράς και της πληγής. Υποκεφάλαιο γηρατειά. Που σαν άλλα τέρατα ανοίγουν το στόμα τους και σε πνίγουν. 

«Δεν πεινάω, δεν πονάω, δεν βρωμάω, ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω, και να μην το ξέρω, κάνω πως γελάω, δεν επιθυμώ το αδύνατο, ούτε το δυνατό, τα απαγορευμένα για μένα σώματα, δεν μου χορταίνουν τη ματιά. » Το αγαπημένο της «παιδί», «Η ανορεξία της ύπαρξης» θα μπορούσε να είναι και ένας ολοκάθαρος, ολόγυμνος καθρέφτης της ψυχής της. Νιώθει να μη την ενδιαφέρει ούτε η ύπαρξή της. Την προσπερνά, μα συχνά πέφτει πάνω της. Συγκρούονται ύπαρξη και ψυχισμός. 

Είναι εδώ, μέσα σε όλα, μέσα στη φύση, στο σώμα, στα πάθη και τις ηδονές. Είναι μέσα στις στιγμές και συνάμα χιλιόμετρα μακριά. Όσα ζει, μπορεί και να τα παρατηρήσει. Όσα παρατηρεί, τα έχει ήδη ζήσει. Η υπαρξιακή της ανορεκτικότητα, την αρπάζει απ' το λαιμό, μα δεν καταφέρνει να την πνίξει. 

Αποδεδειγμένα μία από τις μεγαλύτερες Ελληνίδες ποιήτριες η Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ στην οποία ομόφωνα απενεμήθη το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων, στα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2014.

«Μπαμπά, γιατί με χτυπάς;»


«Κυρία μην βγείτε για διάλειμμα, να σας ρωτήσω κάτι; Δεν έχετε ακόμη παιδιά; Ναι το ξέρω ότι θα θέλατε. Εντάξει είστε και μικρή. Θα τα αγαπάτε τα παιδιά σας; Και άμα δεν είναι καλοί σε αυτά που τους βάζετε να κάνουν; Θα τα αγαπάτε πάλι;
Δεν είναι ωραίο κυρία να χτυπάνε οι γονείς τα παιδιά. Όπως μας φωνάζουν άμα χαλάμε τις κούκλες και τους βγάζουμε τα κεφάλια, ας τους φωνάξει κάποιος όταν το κάνουν αυτό και με τα παιδιά τους.
Το «θα φας ξύλο» δεν είναι πλάκα.
Άμα σας ρωτήσει κανείς κυρία, αν τα πήγα καλά σήμερα πείτε τουλάχιστον πως προσπάθησα. Δεν μπορώ να ακούω φωνές και φασαρίες το απόγευμα. Θέλω να βγω να παίξω. Όλες τις ασκήσεις σας τις κάνω, δεν τις αφήνω ποτέ, αλλά τα λάθη λένε μας κάνουν να μαθαίνουμε. Έτσι δεν είναι; Γιατί εγώ να ακούω φωνές;
Πείτε πως προσπάθησα, εντάξει;
Αν είχατε εσείς παιδιά θα τα σέρνατε από τα μαλλιά; Καλά λέτε. Όχι. Τα φίδια είναι για να σέρνονται, το μάθαμε χθες στη βιολογία. Εσείς μας το είπατε. Δεν είπατε κάτι για τα παιδιά.
Και οι μεγάλοι κυρία, νομίζω, θα ήταν καλό να μη δουλεύουν. Δε ξέρω τι τους κάνουν, αλλά έρχονται με νεύρα. Θυμωμένοι σα να έχουν χάσει στοίχημα. Και ξεσπάνε. Σε μας γιατί εκεί τους παίρνει. Στεναχωριούνται άμα ξεσπάσουν και καταστρέψουν ένα αντικείμενο μέσα στο σπίτι αλλά για μας ούτε λόγος.
Νομίζουν πως τα αντέχουμε.
Ποιος τους είπε πως αντέχουμε;
Να μου πείτε έχουμε πόδια. Ναι. Αλλά δεν μπορούμε να τρέξουμε, δεν έχουμε για πού. Είναι κλεισμένα όλα.
Και τα στόματα. Αυτά πιο πολύ.
Σας τα λέω να τα πω. Δε θέλω να τα γράψω. Χθες έπιασα το τετράδιο της έκθεσης να τα πω εκεί, αλλά φοβήθηκα. Θα τα άνοιγαν, θα τα έβλεπαν και κανένα απόγευμά μου δε θα είχε παιχνίδι μετά.
Ποτέ μου δεν κατάλαβα ένα πράγμα.
Γιατί όταν ξεσπάν οι γονείς σε μας δεν μπορεί κάποιος να τους φωνάξει;
Έτσι είναι το σωστό; Έχουν το δίκιο με το μέρος τους;
Συγγνώμη άμα κάνω φασαρία. Εκεί ήθελα να καταλήξω. Δεν το θέλω. Τα πρωινά ξυπνάω κι έρχομαι εδώ για να μη φοβάμαι. Ούτε φωνές θέλω, ούτε συρσίματα και κλωτσιές.
Και μια συμβουλή κυρία. Αν δεν αγαπάτε τα παιδιά μη κάνετε δικά σας. Αν τα αγαπάτε και δεν έχετε φωνές και ξυλιές θα γίνεται η καλύτερη μαμά, κι αυτά τα πιο τυχερά παιδιά του κόσμου.
Και να τα αφήνετε να παίζουν. Ξεχνιούνται κάπως. Αυτό κάνω κι εγώ. »
Τα παιδιά είναι το αύριο. Είναι ψυχές μεγάλες σε μικρότερα σώματα. Είναι δυναμίτες.
Αν δεν νιώσεις έτοιμος να γίνεις γονιός, παράτα το.
Το να είσαι γονιός είναι αξίωμα με υποχρεώσεις και καθήκοντα.
Όπλο του γονιού είναι τα χέρια του, αυτά τα χέρια που είναι πλασμένα να μοιράζουν αγάπη και τρυφερότητα. Όχι τα άλλα που γίνονται γροθιές και προσπαθούν να βρουν έτσι το δίκιο τους.
Τα παιδιά δεν είναι σάκοι του μποξ. Αν κοιτάξεις τα μάτια τους και δεις λίγο πιο βαθιά θα αντικρίσεις θησαυρό.
Φύλαξε τον θησαυρό σου, είναι ό,τι πολυτιμότερο έχεις.
Κι εσύ που δεν είσαι γονιός, σκύψε να ακούσεις τα μάτια των παιδιών. Ναι, μιλάνε τα παιδικά ματάκια, ουρλιάζουν. 
Κοίταξέ τα, χαμογέλασέ τους, στάσου δίπλα τους.
Σε χρειάζονται σύμμαχο για να σηκωθούν.
Σε χρειάζονται εκεί για να μιλήσουν.
Μη το παίζεις αδιάφορος, αυτό που ακριβώς νιώθεις, αυτό και είναι.
Όσο σιωπάς είσαι υπεύθυνος.

19/11 Παγκόσμια ημέρα κατά της κακοποίησης των παιδιών
Photo: lightingtheirwayhome

Για σενα που ρωτάς γιατί φεύγουν


Για τα σπίτια που πουλήθηκαν και ξεπουλήθηκαν.

Για τα σπίτια που γιναν εισιτήριο για έξοδο.

Για τους δρόμους που έχουν μεγάλες και βαθιές ρυτίδες, απ αυτές του πολέμου.

Για τους φίλους που δεν χωρούσαν σε εκείνη τη βάρκα κι επιβιβάστηκαν σε άλλες.

Για το άπειρο.

Για το πουθενά.

Για την «ευρώπη».

Για τα πράγματα που δε χωρούσαν στην τσάντα, στους ώμους, στις τσέπες και μένουν σκονισμένα και ριζωμένα στις θέσεις τους τις ειρηνικές.

Για τα χαμόγελα που πάγωσαν πιο πολύ κι απ΄ τα σώματα.

Για τα μάτια που κλειναν εσκεμμένα να μην αντικρύσουν την καταστροφή.

Για τις στεριές τις αφιλόξενες που πνίγουν όσα σωτήρια χέρια απλώνονται προς τα πελάγη.

Γι΄ αυτό γεννήθηκε τούτο το ποίημα.

Γι΄ αυτό και για σένα.

Για σενα που ρωτάς γιατί φεύγουν.

Και για σένα που ρωτάς γιατί έρχονται.

Και για σένα που ψιθυρίζεις «Αφού ξέρουν..»

Για΄ σένα που προσπερνάς και προσπερνάς και προσπερνάς.

Για’ σένα που ξέχασες να είσαι αλληλέγγυος,

που ξέχασες να είσαι άνθρωπος.