Οδυσσέας


Ποια Ωγυγία σε κρατεί;
Ποια Καλυψώ το δρόμο δε σου δείχνει;

Δεν έχεις ρίζες Οδυσσέα.

Οι θάλασσες, κοίτα!
Απέραντες γαλάζιες,
κι οι δρόμοι με χαραγματιές,
λευκές γραμμές επιστροφής.

Οι θάλασσες, κοίτα!
Μαγιάτισε
κι ηρεμούν για να γυρίσεις.

Ποια Ωγυγία σε κρατεί;

Σου κλείνουν τους δρόμους Οδυσσέα.
Τα φτερά σου κόβουν.
Σου σχίζουν τα πανιά
και σε πλανεύουν.


Τι τις ήθελες τις Ωγυγίες Οδυσσέα;

Δεκαπέντε


Όχι δεν είναι μαύροι κύκλοι αυτοί. Μια χαρά είχε κοιμηθεί, το επιβεβαιώνω. Σαν πουλάκι κοιμόταν τις τελευταίες μέρες, την σκουντούσα να δω αν έπαιρνε ανάσα, τόσο φοβόμουν εκείνους τους ύπνους της.

Δεν ήταν μαύροι κύκλοι. Σκιές των ματιών της ήταν, κλάμα συσσωρευμένο. Γιατί οι άνθρωποι μπροστά σε άλλους ντρέπονται να κλάψουν, σα να έχουν υπογράψει κάποια συμφωνία που δεν τους το επιτρέπει. Τους τρόμαξε η κοινωνία και τους φόρεσε μαύρα γυαλιά, να μη φαίνεται τίποτα.

Χωρίς τα γυαλιά τι; Τους ταράζεις που δεν είσαι απλά χαρούμενος; Τους χαλάς την αισθητική;

Εκείνη χωρίς τα γυαλιά βγήκε. Τι κι αν ήταν νύχτα όταν αποφάσισε να βγει; Όλοι χαιρόμασταν που σηκώθηκε, σα να είχαμε μωρό που μόλις πρωτοψελλίσε «μαμά» ή πετύχαμε κανέναν αριθμό στο τζόκερ.

Περπατούσε ρυθμικά, την παρακολουθούσα δειλά με φόβο μήπως με καταλάβει γιατί εντάσεις άλλες δεν μπορούσε να υποστεί. Όταν περνούσαν δίπλα της αμάξια, μείωνε το ρυθμό της, κι όταν ήταν μόνη ένιωθες πως την κυνηγούσαν. Αντίδραση κι εκεί. 

Να μη μοιάζει ο ρυθμός της με κανενός άλλου εκεί γύρω. Αυτό φαινόταν να θέλει. Να πλάσει ένα ρυθμό που να μοιάζει ίδιος κι εύκολος, μα να μπορεί να τον ακολουθήσει μόνο εκείνη.

Κοιτούσε κάτω. Το κεφάλι το σήκωνε ανά επτά βήματα, σα να το είχε ρυθμίσει μέσα της, όλα τα είχε να παίζουν στον ίδιο ρυθμό.

Την προσπέρασε μια φιγούρα, φωτεινή, με αέρινο, σχεδόν διάφανο, λευκό πανωφόρι. Μέσα στην όλη μαυρίλα, της νύχτας και της δικής της, το λευκό εκείνο την τύφλωσε. Ήταν που είχε να δει ήλιο κάτι μέρες. Ήταν ίσως που τελικά το είχε ανάγκη το φως και δεν το παραδεχόταν.

Σήκωσε το κεφάλι στο πέμπτο βήμα. Τα μετρούσα τα βήματά της και σχεδόν μηχανικά με έβαλε κι εμένα στον ίδιο ρυθμό.

Δεν πρόλαβε να δει το φως από μπροστά. Γυναίκα έμοιαζε να ήταν και κάπως την καθησύχασε. Όχι γιατί φοβόταν να δει άντρα τη νύχτα στον δρόμο, μα φαινόταν να αρνιόταν να δει αντρική φιγούρα. Προς αποφυγήν συσχετισμών, προς αποφυγήν του αναπόφευκτου.

Δεν πρόλαβε να δει, και καλύτερα. Καλύτερα γιατί δεν της αρέσει οι άνθρωποι να την υποτιμούν, κι εκείνη η λαμπερή φιγούρα της είχε ρίξει ένα βλέμμα υποβάθμισης κι αδικίας.

Ίσως την παρεξένευσαν τα ρούχα και έβαλε τέτοια βρωμιά στο βλέμμα της.

Ιούλης ήταν και φορούσε μπουφάν. Μπουφάν αντρικό, μέχρι το γόνατο και μπλε. Μονάχα αυτό το μπουφάν και ένα ζευγάρι αθλητικά κι αυτά με μια υπόνοια φυγής, με μια υποψία ετοιμότητας.

Περπατούσε για ώρα και οι αυξομειώσεις των βημάτων της με φόβισαν πως θα προδοθώ. Άφησα άλλο λίγο δρόμο να μας χωρίσει και γινόταν όλο και πιο θολή στα μάτια μου. Ώσπου έστριψε, κι έχασα τα βήματά μου, στο έβδομο σήκωσα το κεφάλι να ξαναπιάσω το ρυθμό της, να ανακουφιστώ και η θολούρα σβήστηκε κι αυτή.

Έπρεπε. Έπρεπε να την βρω. Να την γυρίσω σπίτι. Δεν γινόταν να βγει στο φως και να δει ο κόσμος τους μαύρους κύκλους. Δεν γινόταν να την προσπερνούν και να την πατάνε με τα μάτια τους. 

Έπρεπε να την βρω, να της χαμογελάσω, να πατηθούν και να σκάσουν οι κύκλοι. 

Δάκρυα να ξεχυθούν και να λυτρωθεί. 

Έπρεπε.