Nα κλαις


Το κλάμα είναι λύτρωση, εξαγνισμός, κάθαρση. Να κλαις.

Να κλαις όπως χαμογελάς.

Να κλαις όσο χαμογελάς.

Να τα έχεις ίσα μοιρασμένα.

Όπως χαμογελάς χωρίς να νιώθεις και την απέραντη ευτυχία επειδή μόνο και μόνο σε λυτρώνει και νιώθεις πως θα σου κάνει καλό, έτσι και να κλαις. Χωρίς να περιμένεις στεναχώριες.

Το γέλιο και το κλάμα δεν χρειάζονται κάποια αφορμή. Άφησέ τα ελεύθερα από μέσα σου να καθαρίσεις, να αδειάσεις.

Κάνε τους ανθρώπους να εξοικειωθούν με όσους κλαίνε στους δρόμους, στα τρένα, στις πλατείες. Γιατί να δεχόμαστε και να μην αντιδρούμε σε όσους χαμογελούν, και να στιγματίζουμε όσους κάνουν το αντίθετο;

Απενοχοποίησε το κλάμα. Μη το μπερδέψεις όμως με το κλαψούρισμα. Η πρώτη είναι η αριστοκρατική και η δεύτερη η τριτομπανάλ εκδοχή του.

Μικρή είχα επινοήσει μία ιστορία. Είχα πείσει τον εαυτό μου πως το κλάμα κάνει καλό και έκλαιγα δυνατά. Και κάθε φορά έπιανα ένα μου δάκρυ, έκανα μία ευχή και το φυσούσα. Πίστευα πως ταξίδευε το δάκρυ, η λύπη και η ευχή και με ένα μαγικό τρόπο θα καλυτέρευαν όλα.

Βέβαια ψυχολόγοι και ψυχολόγοι δεν έχουν αποφασίσει αν τα δάκρυα φέρνουν τις προσδοκούμενες αλλαγές. Μα αυτό που μπορούν όλοι σύσσωμα να επιβεβαιώσουν είναι πως ό,τι έχεις μέσα στη ψυχή σου κι έχει τάσεις να απεγκλωβιστεί, οφείλεις να το αφήσεις.

Μην πνίγεσαι. Όσο κρατάς μέσα σου τα δάκρυα, είναι σα να δημιουργείται στη ψυχή σου μια θάλασσα, που όλο και μεγαλώνει, κι εσύ οικειοθελώς να βουτάς μέσα της και να πνίγεσαι.

Να κλαις, να λυτρώνεσαι.


Συναισθησία




Έμπλεξα δύο αισθήσεις μου εχθές.
Την όραση με την ύπαρξη.

Πως δεν είναι αίσθηση η ύπαρξη;
Είναι η μόνη που νιώθω.
Η μόνη που βλέπω.

Και οι άλλοι την βλέπουν.
Άρα υπάρχει.

Έμπλεξα δύο αισθήσεις μου εχθές.
Εκείνες τις δύο που μου είχαν απομείνει.
Που δεν είχαν σβηστεί.
Που μέσα στην όλη μου ανυπαρξία,
έσκαψα και τις βρήκα.

Μου λέγαν,
"Δες ,υπάρχεις."

Και τότε μόνο υπήρχα.

Άγγιζα τις φθαρμένες χορδές μου
και τις γρατζουνούσα
να βγάλουν γλυκούς ήχους.

Και βγάζαν μουγκρητά
υπερφυσικά
κι ανοιξιάτικα.
Της έλλειψης
και 
της απουσίας.

Μου λεγαν,
"Δες, υπάρχεις."

Και ούτε που υπήρχα.

Ίσως φταίνε τα φεγγάρια


Απόψε θα ρίξω τις ευθύνες μου στα φεγγάρια. Στα αστέρια και στους ουρανούς. Η ιστορία έχει δείξει πως εκείνοι μπορούν να τα σηκώσουν όλα. 

Φωτίζει απόψε τόσο η νύχτα που δεν αντέχω να βλέπω τις βρώμικες ψυχές μας να λερώνουν κι άλλα πατώματα, κι άλλες ζωές, κι άλλους μέλλοντες. 

Λερώσαμε τόσους παρατατικούς, δε σου αρκεί; 

Τίποτα δεν σου αρκούσε. Και απόψε θα χαρίσω τις ευθύνες μου αλλού. 

Εγώ δεν τις ξαναγγίζω, όπως δεν θα ξαναγγίξω κι εσένα. 

Εσύ αγνοείς την ύπαρξή τους. 

Θα τις μοιράσω στους αιθέρες. Σε πρώτο ενικό. Σε ευθύ λόγο. Ευθύ και δηλωτικό. Μ ακούς; Έχει κι αεράκι απόψε. Θα φτάσουν γρήγορα. Τις έχω συστημένες. Τις πλήρωσα. Διπλά και τριπλά. 

Θα γυρίσω πίσω. 

Θα τρέξω, να σωθώ και να απεγκλωβιστώ. 

Να ελευθερωθώ και να αγαπηθώ. 

Να με αγαπήσω απ’την αρχή και να τα ξαναχτίσω όλα. 

Να μάθω καινούριες λέξεις. Όπως το φύγε, το προχώρα, το τέλος. 

Απόψε θα ρίξω τις ευθύνες μου στα φεγγάρια. Δε μιλούν, δεν παραπονιούνται. Τα νιώθουν και τα καταπίνουν. Τα σβήνουν και προχωρούν. 

Απόψε θα φροντίσω να τους κάνω δάσκαλούς μου, να γονατίσω εμπρός τους και να τα ρουφήξω όλα. 

Να μάθω να καταπίνω άδολα παρελθόντα. 

Να ξυπνήσω, να λείπουν και να μάθω μόνη μου να τα σηκώνω όλα. 

Μόνη μου.