Η ωραιότερη λέξη της ελληνικής




Σαρξ. 

Μια λέξη ύψιστη. 

Σαρξ είναι το "είναι", η ουσία των πραγμάτων. Το "είναι" υλικών και άυλων. Χωρίς σάρκα είναι όλα μια ιδέα. Με τη σάρκα πραγματώνονται, υπάρχουν. Είναι η ψυχή όλων των όντων. Είναι η πραγματικότητα και ό,τι αυτή συνεπάγεται.

Σαρξ είναι ο έρωτας. Δύο σώματα μας δίνουν μια σάρκα. 

Είναι έννοια μοναδική. Δεν έχει συγκριτικό ούτε υπερθετικό βαθμό. Δεν έχει ανάγκη να συγκριθεί και να αναμετρηθεί. Δεν της αρέσουν τα λεξικά βάθρα και οι γλωσσικές αναμετρήσεις.

Δεν έχει υποκοριστικό. Ούτε μεγεθυντικό.

Ίσως να μην της χρειάζεται κι ο πληθυντικός. 

Ενικός η σαρξ. Πληθυντικός τα σώματα. Τα σώματα που δεν είχαν την τύχη να γίνουν σάρκα.

Λέξη μοναδική που ποιητές και συγγραφείς την χρησιμοποιούν σα να' ναι εύθραυστο κρύσταλλο. Την τοποθετούν στον κορυφαίο τους στίχο, σαν σε ράφι που μπορεί να το αγγίξει και να το θαυμάσει κανείς μόνο με τα μάτια.

Η σάρκα στην Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ γίνεται σελίδα, το δέρμα χαρτί, το χάδι έννοια αφηρημένη, το σώμα καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου. Η ποιήτρια στο ποίημα "Η αλλοτρίωση της έλξης" διαχωρίζει τη σάρκα από το δέρμα και το σώμα. Την ταυτίζει με την ψυχή, με το "εγώ" της που χωρίς αυτό το σώμα απλώς στέκεται, δεν υπάρχει.

Στον Χριστιανόπουλο η σάρκα πεινάει, θέλει να φάει και το αίμα κρυώνει, θέλει να ζεσταθεί. Στην "Επέτειο" του ποιητή η σάρκα είναι ο έφηβος που κρύβει μέσα του και όντας βασανισμένος από έρωτα και πεινασμένος εξαντλεί τις ανθρώπινες δυνάμεις και του προσφέρει αδυναμία. Με πεινασμένη σάρκα ο Χριστιανόπουλος παραληρεί και νιώθει πως φυραίνει.

Στον Καβάφη σάρκα σημαίνει πόθος. Στα "Τεχνητά άνθη", στο "Να μείνει", στο "Ήλθε για να διαβάσει" ο ποιητής κάνει την έννοια βασίλισσά του. Την ταυτίζει με την απόλαυση, με την ερωτική θέρμη, με το πάθος.

Στο "Τέλος του καλοκαιριού" του Τίτου Πατρίκιου σάρκα είναι η ανάμνηση. Γράφει ο ποιητής "Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου κάπου τη χρωστάω, αν σ' αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου σ' αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι". Στον Πατρίκιο σάρκα είναι η γνώση, η εμπειρία, το χθες εκείνο που έπλασε το τώρα του, το είναι του.

"Κι αν σε ρωτούν λοιπόν τι σου΄ναι.
Σάρκα στη σάρκα σου, να απαντάς.
Τα ύψιστα αισθήματα
να τα ντύνεις με λέξεις σπουδαίες."
                               Γεωργοκίτσου Σπυριδούλα





88 χρόνια από το θάνατο του Κώστα Καρυωτάκη



21 Ιουλίου ήταν το 1928 που ο Κώστας Καρυωτάκης με μια αποχαιρετιστήρια επιστολή έγινε ο ιδανικός αυτόχειρας που είχε ο ίδιος τελετουργικά σχεδιάσει. Μια μέρα πριν, προσπαθώντας επί δέκα ώρες να πεθάνει στην ακτή του Μονολυθίου της Πρέβεζας, η ζωή φαινόταν να δείχνει πως τον έχει ακόμη ανάγκη.

Στο καφενείο «Ουράνιος κήπος» της περιοχής Βαθύ, με ένα ανοιχτόχρωμο γαλλικό και προσεγμένο κοστούμι, ανάβοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο συνθέτει τα τελευταία του λόγια. Σεναριογράφος της ίδιας του της ζωής και πρωταγωνιστής, ο ποιητής απομακρύνεται για λίγα μέτρα και πυροβολείται στην καρδιά.

Το σημείο σήμερα οι επισκέπτες μπορούν να το διακρίνουν εύκολα λόγω της πινακίδας που το κοσμεί. «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης», αναγράφεται. Δεν τίθεται θέμα για θάνατο του ποιητή, ο ποιητής υπάρχει όσο τα έργα του ταξιδεύουν ανοιχτά στους αιώνες, όσο αλλάζουν χέρια και δημιουργούν προβληματισμούς. Ο ποιητής εκεί βρήκε την γαλήνη, εκείνη που δεν έβρισκε στην πραγματικότητα, σε μια πραγματικότητα στενή κι αποκρουστική.

Η ιστορία τον έστεψε ως τον σημαντικότερο ποιητή της γενιάς του ΄20. Έναν ποιητή που άλλαξε άρδην την ποίηση και τα ποιητικά στερεότυπα, έναν ποιητή που οι επόμενες γενιές τον αγάπησαν, προσπάθησαν να του μοιάσουν. Έναν ποιητή που δημιούργησε ρεύμα, τάση, κάνοντας τους ποιητές των επόμενων γενεών να έχουν ροπή προς τον καρυωτακισμό.

Με τρεις ποιητικές συλλογές βγαλμένες σε μία εποχή που ίσως να μη τις άντεχε, μια εποχή που δεν ταίριαζε και στον ίδιο τον ποιητή, άφησε το στίγμα του στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Θα βιαστείς -ημιμαθώς- να προσδώσεις "τίτλους" στον ποιητή, να τον χαρακτηρίσεις, να προσπαθήσεις να τον "εξηγήσεις", να τον ερμηνεύσεις, να τον ιδιαιτεροποιήσεις, αλλά τι σημασία έχουν όλα αυτά;

Πόσο άστοχο είναι με εργαλείο την ημιμάθεια να αναδημιουργούμε, να ανακατασκευάζουμε και να αιτιολογούμε;

Οι ποιητές και οι εξηγήσεις είναι πράγματα αντίθετα. Οι ποιητές δεν ερμηνεύονται. Δεν πατάνε σε κανόνες. Έτσι ήταν και ο Καρυωτάκης και τον στενεύουν όλες οι ερμηνείες που του έχουν προσδοθεί τα τελευταία 80 χρόνια.

Άστοχο είναι και να σεναριολογήσει κανείς τις αιτίες του θανάτου του. Ο ίδιος ο ποιητής «εξηγείται» στην επιστολή που βρέθηκε στο σακάκι του την ημέρα της αυτοκτονίας. Το γιατί είναι άστοχο να μελετηθεί, αν και δίνει ιδιαίτερη τροφή στην φιλολογική έρευνα, -ίσως και μεγαλύτερη από το ποιητικό του έργο, δυστυχώς-.

Το ψυχολογικό πορτρέτο του Καρυωτάκη μοιάζει συνάμα τόσο μυστήριο και τόσο ξεκάθαρο, ανάλογα με τα εργαλεία που θα χρησιμοποιήσεις μελετώντας το.

Θα κλείσουμε με δυο στίχους του ποιητή και μια ευχή. Μια ευχή η τελευταία του ολιγοήμερη κατοικία στην Πρέβεζα να μουσειοποιηθεί και με τους αγαπημένους μου στίχους από το ποίημα «Ανδρείκελα», της συλλογής Ελεγεία και Σάτιρες, το 1927.

Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ' αυτήν εδώ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Ανθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ' αστέρια.

Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Αλλος δεν ξέρει οτι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.


Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα...


Το κακογραμμένο Ρο


Ήταν Τετάρτη και το ρολόι του φαρμακείου έδειχνε 10 το βράδυ. Δεν φορούσε ρολόγια η Μαρία, τα’ χε χαρίσει όλα της τα κοσμήματα και τα χρυσαφικά σε φίλες και γνωστές, σε ανίψια και γειτονόπουλα. Τα’ λεγε κοσμήματα της λύπης και ήθελε να τα αποβάλλει από τη ζωή της. Χαρά δεν έφερναν. Και ήταν εκνευριστικά άψυχα για να συμβιώνουν μαζί της.

Περνώντας από το φαρμακείο, το μόνο σημείο της πόλη που εφημέρευε, που’ χε φως και ανοιχτή πόρτα εκεί γύρω, αποφάσισε να καθίσει στο απέναντι παγκάκι.

Δεν είχε σπίτι. Σε τρόμαξε η πρόταση; Ή μήπως σε έκανε να την λυπηθείς; Δεν τα’ θελε αυτά. Ούτε να την λυπούνται, ούτε και να τρομάζει κανένα. Δεν είχε σπίτι η Μαρία και δεν την ένοιαζε αυτό, την ένοιαζε που οι λέξεις της δεν είχαν άλλες λέξεις να ακουμπήσουν, που τα χαμόγελά της δεν είχαν αποδέκτες.

Πιο περήφανη γυναίκα από την Μαρία δεν είχα γνωρίσει στη ζωή μου. Μιλούσε με το κεφάλι ψηλά και σε κοιτούσε μέσα στα μάτια. Με το καλησπέρα σε ρωτούσε άμα διαβάζεις ποίηση και ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου ζωγράφοι. Σ’ άφηνε να απαντήσεις, σε άκουγε ζεστά και έψαχνε στις τσέπες της της δικές της απαντήσεις. Τότε, ξεδίπλωνε ένα απόκομμα τοπικής εφημερίδος που είχε κοπεί κάπως άτσαλα κι σαν από βιασύνη, και σου’ λεγε πως ένας είναι ο ύψιστος, που τα χει και τα δύο, ο Εγγονόπουλος. Το απόκομμα είχε εκείνον τον πίνακα με την μούσα, το βιολί και τον αόμματο παραλήπτη που λάτρευε να περιγράφει και να ερμηνεύει φιλοσοφικά σε όσους είχαν όρεξη αν την ακούσουν.

Κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί η Μαρία έπαιζε με τους στίχους του Εγγονόπουλου στο μυαλό της. Προσπαθούσε να τους θυμηθεί όλους απ’ έξω, η γλώσσα της στραβοπατούσε και τους έσμιγε αλλοπρόσαλλα.

Ξυπνούσε πρωί, πολύ πρωί και κοιμόταν αργά. Δεν ήθελε να την πετύχουν πολλά μάτια να ακουμπά στα ξύλινα παγκάκια της πλατείας.

Τα Σαββατοκύριακα έφευγε απ’ το οικείο παγκάκι της πλατείας και πήγαινε στο αγαπημένο της, όπως έλεγε η ίδια χαμογελώντας, βουτηγμένη στην πραότητά της. Δεν προλάβαινες να την ρωτήσεις γιατί αγαπημένο, κι απαντούσε μόνη. Είναι που περίμενε πως και πως έναν δέκτη να ανταλλάξει σκέψεις και λέξεις. Η γλώσσα της λαχταρούσε να κυλά όσο βρισκόταν άλλος πλησίον της.

«Είναι το αγαπημένο μου παγκάκι.», είπε χαμογελώντας και με φόβο μη την διακόψω. 

«Είναι το πιο αγαπησιάρικο παγκάκι ολάκερης της πόλης. Έχει πάνω του χαραγμένους τόσους έρωτες που θα τους ζήλευε κανείς. Πριν κοιμηθώ ψηλαφίζω με τα δάχτυλά μου τα μονογράμματα. Όσο πιο βαθιά χαραγμένα είναι, νιώθω πως τόσο πιο βαθιά ιστορία έχουν να μου πουν.»

Τολμώ να βάλω το χέρι μου σε ένα κακογραμμένο Ρο.

«Ρέα. Κάτι μου λέει πως αυτή είναι Ρέα. Ρέα όπως ροή, όπως ρέω, όπως ρέμα. Την φαντάζομαι τώρα που μιλάμε να στέκεται δίπλα από το σοβαρό Κάπα της και ο νους της να ρέει στα άδυτα της ψυχής του.

Και με έναν αναγραμματισμό έαρ. Έαρ όπως άνοιξη, ανοίγω, ανθίζω, δημιουργώ.

Η Ρέα είναι σίγουρα μία δημιουργική γυναίκα πλέον που τα μάτια της θυμίζουν άνοιξη, ίσως είναι πράσινα, σαν το χορτάρι, σαν τα δέντρα, σαν την ελπίδα.»

Δεν έπαιρνες από την Μαρία ούτε για αστείο τα αυτιά και τα μάτια σου. Κατσούφιαζε και βυθιζόταν πάλι σε εκείνη την θλίψη που δεν της ταίριαζε καθόλου.

Σαν τη Μαρία υπάρχουν 20.000 άνθρωποι κι ακόμη τόσοι που δεν έχουν καταγραφεί, με τους μισούς να βρίσκονται στην πρωτεύουσα.
Εδώ μπορείς να δεις πως μπορείς να προσφέρεις κι εσύ http://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG1746

 (Σημεία Βοήθειας Αστέγων)

Σικελιανός - Πάλμερ, περί Δελφικών Εορτών


Από τη μία ο  Άγγελος Σικελιανός, ο ποιητής που αναστήλωσε την Δελφική Ιδέα, με τον λευκαδίτικο αέρα και τη την ιδιαίτερη προσωπικότητα και από την άλλη η Εύα Πάλμερ η ελληνοαμερικανίδα, με την αρχαιοελληνική αμφίεση και τις εξέχουσες πνευματικές συναναστροφές, αποτέλεσαν ένα ζεύγος ελπιδοφόρο, ονειροφόρο. 

Το 1906 γνώρισε ο ποιητής την γυναίκα που επηρέασε την ζωή του και το έργο του, την γυναίκα που ήταν αρωγός στην προσπάθειά του περί αναστήλωσης των Δελφικών Εορτών. Η Πάλμερ στήριξε τον Σικελιανό οικονομικά, ψυχολογικά και πνευματικά κι έτσι το, εκ πρώτης ουτοπικό, όνειρο του ποιητή, έφτασε να πάρει σάρκα και οστά.

Ο αρχαιοελληνικός τρόπος ζωής ήταν αυτός που τους ένωσε κι έσπειρε τον μονάκριβο καρπό της αγάπης τους, τον γιο τους. Με τον "Αλαφροΐσκιωτο" να έχει ήδη εκδοθεί, βάζουν πλώρη για την εκπλήρωση του επόμενού τους στόχου.

Η Εύα Πάλμερ δεν ήταν απλώς μια γυναίκα στεκούμενη στην σκιά του άνδρα της. Είχε αναπτύξει κι εκείνη τον δικό της κύκλο στην Ελλάδα και ακολουθούσε τις δικές τις εξέχουσες δραστηριότητες. Ασχολήθηκε με τον αργαλειό, υφαίνοντας τα δικά της ρούχα κι επίσης με την μουσική. Ήταν η πρώτη γυναίκα που δίδαξε εκκλησιαστική μουσική στην πρώτη τάξη του Ωδείου το 1919. Διάβαζε φιλοσοφία, ιστορία, ιστορία της τέχνης, ήταν μία γυναίκα που μπορούσε να σταθεί επάξια στο πλευρό του μεγάλου - και εθνικού κατ' εμέ- ποιητή.

Είκοσι χρόνια μετά, το μεγάλο όνειρό τους γινόταν απτό. Μία περίοδος με τόσα θετικά στη ζωή και την ψυχολογία τους και κατά συνέπεια και αρκετές αρνητικές επιπτώσεις όσον αφορά τα οικονομικά και τα οικογενειακά τους θέματα. Το 1927 ο «Προμηθέας Δεσμώτης»  του Αισχύλου είναι η πρώτη παράσταση που πραγματοποιείται στα πλαίσια των νεόμορφων Δελφικών Εορτών.

Σκοπός του ποιητή ήταν η αναβίωση του ελληνικού πνεύματος κι ένα μέσω για την επίτευξη αυτή του στόχου του ήταν οι Δελφικές Εορτές. Δεν είχε ως στόχο να γυρίσει την Ελλάδα αιώνες πίσω. Επιθυμούσε να δημιουργήσει μια νέα παράδοση με βάση την αρχαία, να δώσει νέα μορφή στον πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδας, να τον προσαρμόσει στο σήμερα. Απώτερος στόχος του η ένωση όλων των λαών, η ύπαρξη μια πνευματικής οικουμενικότητας και η εξάλειψη κάθε είδους προκατάληψης, ρατσισμού και ανισότητας. 

Την ιδέα του Σικελιανού στήριξε με όλο της το είναι η Πάλμερ. Είχε αναλάβει την σκηνοθεσία, τις χορογραφίες, τα κοστούμια, την μουσική, τα γραφειοκρατικά, την χρηματική χορήγηση και ολόκληρη την οργάνωση μόνη της, χωρίς βοήθεια από χορηγούς ή το κράτος.

Οι Δελφικές Εορτές δεν βρήκαν την ανταπόκριση που ο ποιητής και η σύζυγος του περίμεναν. Ο ποιητής έριξε την ευθύνη στην Πάλμερ, κι εκείνη όντας χρεοκοπημένη ανέκοψε την προσπάθεια και αναχώρησε για την Αμερική για την πνευματική της αποσυμφόρηση και την οικονομική της ανάκαμψη.

Αν και ο ποιητής παντρεύτηκε νέα γυναίκα, η Πάλμερ στήριζε τον Σικελιανό και από την Αμερική. Έψαχνε εκ νέου χρηματοδότες για να αναστηλώσει ο Σικελιανός εκ νέου τις Δελφικές Εορτές. Καθώς επίσης στήριζε της υποψηφιότητα του ποιητή για τα βραβεία Νόμπελ, μέσω των κύκλων όπου συναναστρεφόταν.

Η Πάλμερ αγάπησε στον Σικελιανό το υψηλό πνεύμα του και τον οξύ χαρακτήρα του παράφορα. Είχε δοθεί ψυχή τε και σώματι στις ιδέες του.

Είκοσι χρόνια μετά, γύρω στο 1950 και ένα χρόνο πριν τον θάνατο του εθνικού ποιητή, του δίνεται πλέον η επιχορήγηση από το κράτος για την αναστήλωση των εορτών.

Κλείνουμε με ένα αγαπημένο ποίημα του ποιητή, 

2 Ιουλίου 1939, Αθήνα

«Είσαι Δική μου, είμαι Δικός Σου! Αυτό μονάχα με γεμίζει, αυτό μονάχα με στυλώνει, αυτό μονάχα με κρατάει στη γη!

Οι ρίζες του είναι μας είναι μπλεγμένες κάτου από το χώμα κι ολοένα μπλέχονται και σμίγουνε κι αναζητιώνται και τυλίγονται και πιάνονται κι ένας χυμός μονάχα ανηφορίζει βουίζοντας στις φλέβες μας κι ένας καημός ανοίγει αδιάκοπα σ' αυτό το χωρισμό την αγκαλιά μας!

Α, πώς δουλεύει μέρα – νύχτα μέσα μου, στο σώμα μου όλο, από τα νύχια στην κορφή, αυτή η αδιάκοπη αναζήτηση του νου μου για το νου Σου, των ματιών μου για τα μάτια Σου, της πνοής μου για την πνοή Σου, των ριζών μου για τις ρίζες Σου.

Ούτε δευτερόλεπτο δεν σταματά η αδιάκοπη, η ακοίμητη αίσθησή της. Και μήτ' έχω μέσα μου άλλη αίσθηση ζωής! Να Σε ζητώ μ' όλες τις ίνες μου όλες τις στιγμές, να κολυμπάω αντίστροφα στο ρέμα της απόστασης για να Σε 'γγίξω.

Αυτή είναι τώρα η φοβερή, η ακοίμητη, η απόλυτη ζωή μου. Και θα τη ζήσω, όσο που ρίζες, κλώνοι και κορμός θα γίνουν αιώνια Ενα κι η πνοή του Σύμπαντος στα φρένα μας μια μόνη Μουσική…»


Αλμπέρ Καμύ σημαίνει ελεύθερος


Άργησε. Άργησε πολύ να πέσει στα χέρια μου βιβλίο του Καμύ και στα αυτιά μου το όνομά του. Κι έπεσε με τόσο λάθος κι αδικημένο τρόπο που πριν ακόμη προλάβω να διαβάσω το έργο του, με κέντρισε. Σήμερα 4 Γενάρη συμπληρώνονται 56 χρόνια από τον θάνατό του και τα χέρια μου ξανάπεσαν στον Ξένο, στην Πανούκλα, στον Επαναστατημένο Άνθρωπο.

Ο βιογραφισμός δεν είναι η αγαπημένη μου μέθοδος προσέγγισης και κατά συνέπεια δεν θα ακολουθηθεί κι εδώ.

Η πολύπτυχη ταυτότητά του, συγγραφέας, σκηνοθέτης, ηθοποιός, διασκευαστής, δημοσιογράφος κι επαναστάτης, επαναστάτης της ζωής και του ίδιου του του εαυτού, μας κάνει αισθητή την απουσία του Καμύ, ο οποίος απεβίωσε σε αυτοκινητιστικό μόλις 47 ετών. 

Καμύ σημαίνει αντίσταση. Στον ευρωπαϊκό υπαρξισμό. Στην στενότητα και την ανελευθερία. 

Σε μια εποχή που αποδεκτή ήταν η ευρωπαϊκή συμβατότητα και το ρεύμα του υπαρξισμού, ο Καμύ συγκρούστηκε. Με τον πάπα, με τους κομμουνιστές και τους φασίστες, τους ναζί, τους κληρικούς, τους υπαρξιστές και τους "διαννοούμενους".

Καμύ σημαίνει ελευθερία.

Καμύ σημαίνει κατάκτηση.

"Να αξιωθούμε μια μέρα να ζήσουμε σαν ελεύθεροι άνθρωποι", έλεγε, "Δηλαδή σαν άνθρωποι που αρνιούνται να ασκήσουν καθώς και να υποστούν την φρίκη."
Έτσι μόνο είναι λεύτερος ο άνθρωπος.

Για τον Καμύ δεν μπορεί να μιλήσει κανείς καλύτερα από ότι το ίδιο του το έργο και ο ίδιος ο λόγος. Τι είναι τέχνη για τον Καμύ; Πως μοιάζει η τέχνη στα μάτια ενός δημιουργού; Τι είναι καλλιτέχνης; Αυτά μας τα απαντά ο ίδιος στο απόσπασμα που ακολουθεί και είναι από την ομιλία του μόλις του απονεμήθηκε το νόμπελ.

"Προσωπικά δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την τέχνη μου, αλλά δεν τοποθέτησα ποτέ την τέχνη αυτήν πάνω απ’ όλα. Αν, αντίθετα, μου είναι απαραίτητη, αυτό συμβαίνει γιατί είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ανθρώπους, και μου επιτρέπει να ζω, έτσι όπως είμαι, στο ίδιο επίπεδο με όλους τους άλλους. Η τέχνη δεν είναι στα μάτια μου μοναχική απόλαυση, είναι μέσο να συγκινεί κανείς το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων, προσφέροντάς τους προνομιούχα εικόνα των κοινών πόνων και ευχαριστήσεων – δεν επιτρέπει στον καλλιτέχνη ν’ απομονωθεί, τον υποτάσσει στην πιο ταπεινή και την πιο παγκόσμια αλήθεια. Και συχνά αυτός που διάλεξε τη μοίρα του καλλιτέχνη, γιατί αισθανόταν διαφορετικός, μαθαίνει πολύ γρήγορα πως δεν θα θρέψει την τέχνη του όντας διαφορετικός, αλλά ομολογώντας την ομοιότητά του με τους άλλους. Ο καλλιτέχνης σφυρηλατείται μέσα σ’ αυτό το συνεχές πηγαινέλα από τον εαυτό του στους άλλους, ανάμεσα στην ομορφιά, που δεν μπορεί να την αρνηθεί, και την κοινότητα, απ’ όπου δεν μπορεί να ξεριζωθεί. Γι’ αυτόν το λόγο οι αληθινοί καλλιτέχνες δεν περιφρονούν τίποτε· υποχρεώνονται να κατανοήσουν αντί να κρίνουν. Και αν πρέπει να πάρουν μια θέση σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν μπορεί να είναι παρά η θέση σε μια κοινωνία όπου, σύμφωνα με το μεγάλο λόγο του Νίτσε, δεν θα βασιλεύει πια ο κριτής αλλά ο δημιουργός, είτε είναι διανοούμενος είτε εργάτης."