Απολογισμός συμμάχων



Το κομοδίνο,
οι ξένες άβολες καρέκλες,
οι ίσκιοι των ευκαλύπτων
ζουν.

Οι θάλασσες που δεν προλάβαμε να πάμε
σταμάτησαν να κυλούν.
Αντέδρασαν.
Πήραν το μέρος μου οι θάλασσες.

Μαζί μου ήταν κι οι ξεχασμένοι μαύροι αναπτήρες
που δεν άναβαν πια
όσο κι αν τους γρατζούνιζες.

Οι ακύτταροι οργανισμοί που μας πλαισίωναν
ζουν κι αυτοί.
Τους άφησα να ζήσουν.

Γελάει μαζί μου το κομοδίνο.
Κι οι καρέκλες μειδιάζοντας
ψιθυρίζουν
«Ζωή σε σας».

Ζωή σε μένα, 
λένε.

Ζωή.
Σε μένα.

Μειδιάζω κι εγώ
που τους άφησα να ζήσουν.






Γιαγιά ο παππούς γιατί δε με θυμάται;


Ο παππούς ξυπνούσε στις επτά χωρίς ξυπνητήρι. Άνοιγε τα μάτια του και έμενε ακίνητος.

Επτά και μισή η γιαγιά του χάιδευε το χέρι και του έλεγε καλημέρα. Μέρα και νύχτα για τον παππού ήταν όλα ίδια. Δε θυμόταν πότε να χρησιμοποιήσει το καλημέρα και επαναλάμβανε ό,τι του έλεγαν.

Δυνάμεις δεν είχε και πολλές, αν και μικρότερος ήταν αθλητής. Έπαιζε μπάσκετ, κάρφωνε, κατέβαινε σε αγώνες. Του δείχνω κάτι φωτογραφίες ίσα με τη παλάμη μου κι ασπρόμαυρες και με κοιτάει περίεργα.

Στις εννιά έτρωγε το ρυζόγαλό του. Όποτε αργούσε η γιαγιά να το ετοιμάσει, εκείνος ωρυόταν. Γινόταν πύραυλος για κάποια δευτερόλεπτα κι επανερχόταν.

Κι έπειτα γυρνούσα εγώ από το σχολείο. Κατέβαινα τρέχοντας τα σκαλιά να μπω στο σπίτι και εκείνος καθιστός στο ίδιο σημείο του παλιού μπορντό καναπέ. Έπιανε πάντα την άκρη.

Σα να νιώθε πως ήταν βάρος. Δεν ήθελε να ενοχλεί κι ένιωθε πως μας τάραζε.

«Παππού, παππού πως θα με λένε σήμερα;». Κι ο παππούς κάθε μεσημέρι μου έβγαζε άλλο όνομα. Δεν του χαλούσα χατίρι, φορούσα κάθε όνομα που μου χάριζε. Γελούσε όταν επαναλάμβανα το καινούριο μου. Γελούσε ο παππούς και έλαμπαν τα μάτια όλων στο σπίτι.

Με τον παππού είχαμε συμμορία. Λέγαμε αστεία και κάναμε σχέδια να καταστρέψουμε τον κόσμο και να χτίσουμε καινούριο, λέγαμε να μοιράζουμε και να μοιραζόμαστε μέχρι να πεθάνουμε και υποσχόμασταν ότι θα είμαστε δυνατοί.

Έγραφα σε ένα χαρτί από το μπλοκ μου «Θα είμαστε δυνατοί», του έδινα τις ξυλομπογιές μου κι έβαζε μια μουτζούρα, έβαζα κι εγώ μια καρδιά και καταχωρούταν.

Έφτανε μεσημέρι, η συμμορία έσπαγε κι εκείνος πήγαινε για ύπνο.

«Γιαγιά ο παππούς γιατί δε με θυμάται;» έτρεχα και έλεγα στη γιαγιά. «Μήπως δε με αγαπάει, μήπως δεν περνάμε καλά μαζί; Μήπως ήθελε να με βγάλετε με άλλο όνομα; Μήπως αγαπάει τόσο εσένα που δεν μπορεί να φωνάξει άλλη με το ίδιο όνομα;».

«Μικρή μου ο παππούς όλα τα θυμάται αλλά το κάνει για να παίξετε. Έχει χιούμορ ο παππούς. Αφού βλέπεις πως είναι όταν είναι μαζί σου!»

«Και τις υπόλοιπες ώρες γιατί μοιάζει να είναι στεναχωρημένος γιαγιά;»

«Γιατί μπορεί να σκέφτεται. Ταξιδεύει. Είναι έξυπνος ο παππούς κορίτσι μου και κάνει ταξίδια με το μυαλό του.»

Μια Κυριακή, θυμάμαι, ο παππούς το είχε σκάσει από το σπίτι. Το ήξερα ότι τον έπνιγε. Και μου το είχε πει ότι θα φύγει αλλά το κράτησα μυστικό. Μόλις μου το είπε, του έβαλα τα λεφτά του σχολείου μου στην τσέπη του, να έχει να φάει, σκέφτηκα.

Εκείνος πήρε τσιγάρα και τα μοίραζε στους περαστικούς. Αυτό ήταν και στους κρυφούς όρκους που είχαμε υπογράψει την προηγούμενη μέρα. Να χαρίζουμε ό,τι έχουμε πάνω από ένα.

Και έπαιρνε τους δρόμους και χαιρετούσε κόσμο ο παππούς. Δεν του μιλούσε κανείς και έκλαιγε. Θόλωναν τα γυαλιά του και κόντευαν να τον πατήσουν τα αμάξια.
Κάναμε βόλτες να τον βρούμε και δεν ήθελε να μας ακολουθήσει.

Αερικό ήταν.

Έμπαινε στο αμάξι και καθόταν πίσω, δίπλα μου. Του έβγαζα τα γυαλιά και του τα καθάριζα με το μπλουζάκι μου. Χαμογελούσε ο παππούς και μου έδινε το χέρι του.

Φτάναμε σπίτι και κάναμε πως κοιμόμασταν. Όλοι έλεγαν πως ο παππούς είναι άρρωστος και έχει κάτι, δύσκολο μου ήταν να το πω, κάτι σαν ξένη λέξη και δεν ήξερα ξένα τότε.

Ο παππούς είχε Αλτσχάιμερ, ασθένεια μη θεραπεύσιμη. Ξεχνούσε όσα είχε ζήσει και όσα ζούσε πρόσφατα. Εκεί που ήταν ήρεμος μπορούσε να γίνει οξύθυμος κι ανήσυχος, να συγχυστεί και να φωνάξει. Κι έχανε τις αισθήσεις του με το πέρας του χρόνου. Δεν ξέραμε πως περνάει αυτό, πώς να γίνει καλά.

Εξαρτιόταν πλέον αποκλειστικά από άλλους. Και δεν τα μπορούσαν αυτά τα αερικά. Τα αερικά ήθελαν να φτιάχνουν μόνα τους το ρυζόγαλό τους και να θυμούνται τους φίλους τους. Ήθελαν να πατούν στα πόδια τους και να μη θέλουν χέρια και πλάτες να στηριχτούν.

Και ήθελαν να μιλάνε. Κι ο παππούς έχανε σιγά σιγά την ομιλία του. Και δε με φώναζε με άλλα ονόματα και δεν απαντούσε με ναι και όχι.

Χανόταν ο παππούς, τον έτρωγε εκείνη η ξένη λέξη.

Τώρα κρατώ στα χέρια μου μικρά χαρτιά με όρκους της συμμορίας μας.

Είχαμε βάλει υπογραφές παππού και διαλύθηκε η συμμορία.

Πώς να καταστρέψω τώρα μόνη μου αυτό τον άσχημο κόσμο παππού;



Στο αερικό που με βοηθάει ακόμη να καταστρέψουμε αυτόν τον άδικο κόσμο

Οδυσσέας


Ποια Ωγυγία σε κρατεί;
Ποια Καλυψώ το δρόμο δε σου δείχνει;

Δεν έχεις ρίζες Οδυσσέα.

Οι θάλασσες, κοίτα!
Απέραντες γαλάζιες,
κι οι δρόμοι με χαραγματιές,
λευκές γραμμές επιστροφής.

Οι θάλασσες, κοίτα!
Μαγιάτισε
κι ηρεμούν για να γυρίσεις.

Ποια Ωγυγία σε κρατεί;

Σου κλείνουν τους δρόμους Οδυσσέα.
Τα φτερά σου κόβουν.
Σου σχίζουν τα πανιά
και σε πλανεύουν.


Τι τις ήθελες τις Ωγυγίες Οδυσσέα;

Διλήμματα



Μη μου βάζεις διλήμματα.
Διαλέγω πάντα το πιο αβέβαιο.
Εκείνο που δε μου φαίνεται καθαρό.
Το πιο σκοτεινό και απροσπέλαστο.
Το λιγότερο πατημένο.
Σου φαίνεται ανυπόστατο,
δεν τολμούν όλοι να αντικρίσουν την υπόστασή του.
Δεν έχει νόημα να με βάζεις να διαλέγω.

Κι όταν το πρώτο διαζευκτικό είναι ο έρωτας,
Εκείνον θα διαλέγω
χωρίς να θέλω να ακούσω το δεύτερο.

Δεκαπέντε


Όχι δεν είναι μαύροι κύκλοι αυτοί. Μια χαρά είχε κοιμηθεί, το επιβεβαιώνω. Σαν πουλάκι κοιμόταν τις τελευταίες μέρες, την σκουντούσα να δω αν έπαιρνε ανάσα, τόσο φοβόμουν εκείνους τους ύπνους της.

Δεν ήταν μαύροι κύκλοι. Σκιές των ματιών της ήταν, κλάμα συσσωρευμένο. Γιατί οι άνθρωποι μπροστά σε άλλους ντρέπονται να κλάψουν, σα να έχουν υπογράψει κάποια συμφωνία που δεν τους το επιτρέπει. Τους τρόμαξε η κοινωνία και τους φόρεσε μαύρα γυαλιά, να μη φαίνεται τίποτα.

Χωρίς τα γυαλιά τι; Τους ταράζεις που δεν είσαι απλά χαρούμενος; Τους χαλάς την αισθητική;

Εκείνη χωρίς τα γυαλιά βγήκε. Τι κι αν ήταν νύχτα όταν αποφάσισε να βγει; Όλοι χαιρόμασταν που σηκώθηκε, σα να είχαμε μωρό που μόλις πρωτοψελλίσε «μαμά» ή πετύχαμε κανέναν αριθμό στο τζόκερ.

Περπατούσε ρυθμικά, την παρακολουθούσα δειλά με φόβο μήπως με καταλάβει γιατί εντάσεις άλλες δεν μπορούσε να υποστεί. Όταν περνούσαν δίπλα της αμάξια, μείωνε το ρυθμό της, κι όταν ήταν μόνη ένιωθες πως την κυνηγούσαν. Αντίδραση κι εκεί. 

Να μη μοιάζει ο ρυθμός της με κανενός άλλου εκεί γύρω. Αυτό φαινόταν να θέλει. Να πλάσει ένα ρυθμό που να μοιάζει ίδιος κι εύκολος, μα να μπορεί να τον ακολουθήσει μόνο εκείνη.

Κοιτούσε κάτω. Το κεφάλι το σήκωνε ανά επτά βήματα, σα να το είχε ρυθμίσει μέσα της, όλα τα είχε να παίζουν στον ίδιο ρυθμό.

Την προσπέρασε μια φιγούρα, φωτεινή, με αέρινο, σχεδόν διάφανο, λευκό πανωφόρι. Μέσα στην όλη μαυρίλα, της νύχτας και της δικής της, το λευκό εκείνο την τύφλωσε. Ήταν που είχε να δει ήλιο κάτι μέρες. Ήταν ίσως που τελικά το είχε ανάγκη το φως και δεν το παραδεχόταν.

Σήκωσε το κεφάλι στο πέμπτο βήμα. Τα μετρούσα τα βήματά της και σχεδόν μηχανικά με έβαλε κι εμένα στον ίδιο ρυθμό.

Δεν πρόλαβε να δει το φως από μπροστά. Γυναίκα έμοιαζε να ήταν και κάπως την καθησύχασε. Όχι γιατί φοβόταν να δει άντρα τη νύχτα στον δρόμο, μα φαινόταν να αρνιόταν να δει αντρική φιγούρα. Προς αποφυγήν συσχετισμών, προς αποφυγήν του αναπόφευκτου.

Δεν πρόλαβε να δει, και καλύτερα. Καλύτερα γιατί δεν της αρέσει οι άνθρωποι να την υποτιμούν, κι εκείνη η λαμπερή φιγούρα της είχε ρίξει ένα βλέμμα υποβάθμισης κι αδικίας.

Ίσως την παρεξένευσαν τα ρούχα και έβαλε τέτοια βρωμιά στο βλέμμα της.

Ιούλης ήταν και φορούσε μπουφάν. Μπουφάν αντρικό, μέχρι το γόνατο και μπλε. Μονάχα αυτό το μπουφάν και ένα ζευγάρι αθλητικά κι αυτά με μια υπόνοια φυγής, με μια υποψία ετοιμότητας.

Περπατούσε για ώρα και οι αυξομειώσεις των βημάτων της με φόβισαν πως θα προδοθώ. Άφησα άλλο λίγο δρόμο να μας χωρίσει και γινόταν όλο και πιο θολή στα μάτια μου. Ώσπου έστριψε, κι έχασα τα βήματά μου, στο έβδομο σήκωσα το κεφάλι να ξαναπιάσω το ρυθμό της, να ανακουφιστώ και η θολούρα σβήστηκε κι αυτή.

Έπρεπε. Έπρεπε να την βρω. Να την γυρίσω σπίτι. Δεν γινόταν να βγει στο φως και να δει ο κόσμος τους μαύρους κύκλους. Δεν γινόταν να την προσπερνούν και να την πατάνε με τα μάτια τους. 

Έπρεπε να την βρω, να της χαμογελάσω, να πατηθούν και να σκάσουν οι κύκλοι. 

Δάκρυα να ξεχυθούν και να λυτρωθεί. 

Έπρεπε.

  

Nα κλαις


Το κλάμα είναι λύτρωση, εξαγνισμός, κάθαρση. Να κλαις.

Να κλαις όπως χαμογελάς.

Να κλαις όσο χαμογελάς.

Να τα έχεις ίσα μοιρασμένα.

Όπως χαμογελάς χωρίς να νιώθεις και την απέραντη ευτυχία επειδή μόνο και μόνο σε λυτρώνει και νιώθεις πως θα σου κάνει καλό, έτσι και να κλαις. Χωρίς να περιμένεις στεναχώριες.

Το γέλιο και το κλάμα δεν χρειάζονται κάποια αφορμή. Άφησέ τα ελεύθερα από μέσα σου να καθαρίσεις, να αδειάσεις.

Κάνε τους ανθρώπους να εξοικειωθούν με όσους κλαίνε στους δρόμους, στα τρένα, στις πλατείες. Γιατί να δεχόμαστε και να μην αντιδρούμε σε όσους χαμογελούν, και να στιγματίζουμε όσους κάνουν το αντίθετο;

Απενοχοποίησε το κλάμα. Μη το μπερδέψεις όμως με το κλαψούρισμα. Η πρώτη είναι η αριστοκρατική και η δεύτερη η τριτομπανάλ εκδοχή του.

Μικρή είχα επινοήσει μία ιστορία. Είχα πείσει τον εαυτό μου πως το κλάμα κάνει καλό και έκλαιγα δυνατά. Και κάθε φορά έπιανα ένα μου δάκρυ, έκανα μία ευχή και το φυσούσα. Πίστευα πως ταξίδευε το δάκρυ, η λύπη και η ευχή και με ένα μαγικό τρόπο θα καλυτέρευαν όλα.

Βέβαια ψυχολόγοι και ψυχολόγοι δεν έχουν αποφασίσει αν τα δάκρυα φέρνουν τις προσδοκούμενες αλλαγές. Μα αυτό που μπορούν όλοι σύσσωμα να επιβεβαιώσουν είναι πως ό,τι έχεις μέσα στη ψυχή σου κι έχει τάσεις να απεγκλωβιστεί, οφείλεις να το αφήσεις.

Μην πνίγεσαι. Όσο κρατάς μέσα σου τα δάκρυα, είναι σα να δημιουργείται στη ψυχή σου μια θάλασσα, που όλο και μεγαλώνει, κι εσύ οικειοθελώς να βουτάς μέσα της και να πνίγεσαι.

Να κλαις, να λυτρώνεσαι.


Συναισθησία




Έμπλεξα δύο αισθήσεις μου εχθές.
Την όραση με την ύπαρξη.

Πως δεν είναι αίσθηση η ύπαρξη;
Είναι η μόνη που νιώθω.
Η μόνη που βλέπω.

Και οι άλλοι την βλέπουν.
Άρα υπάρχει.

Έμπλεξα δύο αισθήσεις μου εχθές.
Εκείνες τις δύο που μου είχαν απομείνει.
Που δεν είχαν σβηστεί.
Που μέσα στην όλη μου ανυπαρξία,
έσκαψα και τις βρήκα.

Μου λέγαν,
"Δες ,υπάρχεις."

Και τότε μόνο υπήρχα.

Άγγιζα τις φθαρμένες χορδές μου
και τις γρατζουνούσα
να βγάλουν γλυκούς ήχους.

Και βγάζαν μουγκρητά
υπερφυσικά
κι ανοιξιάτικα.
Της έλλειψης
και 
της απουσίας.

Μου λεγαν,
"Δες, υπάρχεις."

Και ούτε που υπήρχα.